Εσύ ξέρεις ποιος στο διάολο είσαι;

reflections (A)

Μέρος 1ο: Ο χρόνος.

Μόλις τέλειωσα τα ψώνια μου στα ΑΒ Βασιλόπουλος, δίπλα στα ΤΕΙ Ιωαννίνων και γυρνούσα σπίτι. Εδώ και χρόνια, παρκάρω στο μισθωμένο πάρκινγκ της διπλανής πολυκατοικίας. Χρησιμοποιώ μία κάρτα με barcode που βάζω στο μηχάνημα. Οι μπάρες και η σιδερένια γκαραζόπορτα, όταν οι υπάλληλοι λείπουν, ανοίγουν αυτόματα.

Το καλό με το να πληρώνεις μόνιμη θέση είναι πως, ακόμη και σε ένα μπαχαλόκεντρο σαν των Ιωαννίνων, μπορείς να παρκάρεις κάθε στιγμή της ημέρας, στο δευτερόλεπτο. Θέλεις να ξεκινήσεις για το πανεπιστήμιο 10 λεπτά πριν το μάθημα; Κανένα πρόβλημα! Το αυτοκίνητό σου σε περιμένει προστατευμένο στην δροσερή του θέση, χωρίς κανέναν αλαρματζή να σου κλείνει τη θέση με το διπλοπαρκάρισμά του. Γρήγορα. Άμεσα. Χαλαρά.Εκτός, φυσικά, από όταν πετυχαίνω μπροστά στην είσοδό του κάποιον άσχετο που, ενώ έβλεπε τα ρολά κατεβασμένα, αποφάσισε να σταματήσει στην κατηφορική, στενή είσοδο, δίπλα στο μηχάνημα που διαβάζει τις κάρτες, κλείνοντας μου έτσι τον δρόμο – και αναγκάζοντάς με να εμποδίζω την κυκλοφορία της θεόστενης Δωδώνης.

Το ανέφερα πως σήμερα δεν είχα ιδιαίτερα καλή διάθεση; Να το πω τότε.

Οι λόγοι ήταν αντικειμενικά βλαμμένοι, αλλά, πρώτον, μόλις αγόρασα ένα άρωμα των 50€ από τα Sephora και ανοίγοντας τη ζελατίνα του συνειδητοποίησα ότι ήταν μια άλλη έκδοσή του (με σχεδόν ίδιο κουτί) την οποία δεν ήθελα.

Δεύτερον, ήταν μια από τις λίγες φορές της εβδομάδας που πήρα την απόφαση να σηκωθώ και να πάω για παρακολούθηση σε ένα μάθημα του πρώτου έτους, για να καταλήξω τελικά σε ένα αμφιθέατρο, με έναν γενειοφόρο, αριστεριστή μαλλιά στο έδρανο και διακόσια άτομα να με κοιτούν να παίρνω μια ξεκάθαρα σπασμένη έκφραση, συνειδητοποιώντας ότι πέτυχα την μία ώρα του μήνα που κάνουν συνέλευση. Αν δεν έγινε ξεκάθαρο, έχω αλλεργία στις συνελεύσεις.

Καλλιτεχνική αναπαράσταση της στιγμής, από το τρίχρονο ξαδερφάκι μου.

Βλέποντας, τώρα, το παλιό Suzuki να μου κλείνει το πάρκινγκ με έπιασε μια άμεση ανάγκη να αυξήσω το ποσοστό γαμωσταυριδιών στο εγγύς περιβάλλον. Είμαι, όμως, σχετικά ήρεμος (επιφανειακά) άνθρωπος οπότε σταμάτησα, άναψα τα alarm και περίμενα.

Τότε, είδα να βγαίνει από την πόρτα του συνοδηγού μια γιαγιά, κοιτώντας στα χαμένα γύρω της, λες κι έψαχνε απάντηση για το που βρίσκεται. Ακολούθησε κι ο άντρας της, που βγήκε από την μεριά του οδηγού, ρωτώντας έναν τυχαίο πελάτη του διπλανού καφέ για το «πως μπορεί να μπει μέσα».

«Ωχ» λέω στον εαυτό μου και βγαίνω από το αμάξι μπας και τους εξηγήσω. Φτάνω μπροστά στην γιαγιά και της λέω στεγνά, με μια υποψία της γενικότερα σπασμένης ψυχολογίας μου: «Δεν μπορείτε να μπείτε μέσα, είναι κλειστό…»

Η ηλικιωμένη κυρία με κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας. «Δεν μπορούμε να μπούμε; Ααα! Και ο άντρας μου έβαλε λεφτά και τα κράτησε μέσα…» μου είπε και γέλασε αυθόρμητα. Φαινόταν πως δεν ήξερε τι έκανε, ήταν μια απλή, μεγάλη γυναίκα – κι αυτή ακριβώς η απλότητά της, για κάποιον λόγο με μπλόκαρε. Το μυαλό μου για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε άδειο.

Με λίγο LSD, το ξαδερφάκι μου άρχισε να δίνει ρέστα…

Ο άντρας της είχε προλάβει να μπει ξανά στο αμάξι (συνειδητοποιώντας πως κάτι έκανε λάθος τόση ώρα) και από την άσπρη λάμπα κατάλαβα ότι έβαλε την όπισθεν. Έδειξα προς το μέρος του στην κυρία: «Κάντε άκρη, προσέξτε, κάνει όπισθεν». Δεν ξέρω αν με άκουσε, αλλά τον απέφυγε και ανέβηκε τα σκαλιά της πολυκατοικίας.

Επέστρεψα στο αμάξι μου κι έκανα πίσω για να χωρέσει να βγει. Πάντα κάτι τέτοιες καταστάσεις ήταν που δημιουργούσαν κίνδυνο – ένας γέρος να κάνει όπισθεν από ένα στενό, ανηφορικό πεζοδρόμιο προς τον εξίσου στενό, κεντρικότερο δρόμο των απρόσεχτων Γιαννιωτών. «Η καλύτερη συνταγή για τρακάρισμα! Γαμώ την τρέλα μου ρε γέρο…» μούγκρισα πάλι.

Με κάθε μικρή κίνηση του μπάρμπα, εγώ φανταζόμουν ένα πιθανό τρακάρισμα με τους διερχόμενους κι έσφιγγα τα χείλη μου. Ενώ αργούσε εγώ παρηγορούσα την υπομονή μου λέγοντας: «Είμαι Θεσσαλονικιός. Είμαστε πάααντα χαΛαρά!».

Τέλος καλό, όλα καλά, ο παππούς τα κατάφερε να μπει στην κυκλοφορία κι εγώ μάρσαρα, ανεβαίνοντας το πεζοδρόμιο στα δεξιά μου και καταλήγοντας μπροστά στο κλειστό γκαράζ και δίπλα στο μηχάνημα που διάβαζε τις κάρτες.

«Έβαλε λεφτά, αλλά τα κράτησε μέσα…» θυμήθηκα τα λόγια της γιαγιάς. Μα, τι εννοούσε; Ποια λεφτά και που; Κατέβασα το παράθυρο, έπιασα την πλαστική μου κάρτα κι άπλωσα το χέρι έξω. Και τότε, είδα μέσα στη σχισμή για τις κάρτες ένα νόμισμα. Μέσα στη λεπτή εσοχή για τις κάρτες, ο παππούς είχε βάλει ένα ευρώ. Ένα ευρώ. Ένα κέρμα.

Αυτό είναι το πραγματικό μηχάνημα στο οποίο αναφέρομαι.

Το μυαλό μου κόλλησε πάλι. «Μα, πως μπορεί να έβαλε κέρμα εδώ μέσα; Πως μπορεί να φαντάστηκε ότι το γκαράζ θα άνοιγε βάζοντας εδώ μέσα ένα ευρώ; Και γιατί ένα ευρώ; Μήπως είδε και κανέναν τιμοκατάλογο;»

Αλλά, τότε, καθώς το γκαράζ άνοιγε (ευτυχώς η κάρτα μου χωρούσε ακόμη μέσα) άρχισα να γελάω. Ξαφνικά, όλη μου η κακή διάθεση, όλο το σπάσιμο χάθηκε. Γελούσα δυνατά, μέσα στο αμάξι μου και το απολάμβανα. Ξανακοίταξα το κέρμα, ένα μοναχικό κέρμα μέσα σε αυτό το industrial μηχάνημα οπτικής αναγνώρισης. Σκέφτηκα την έκφραση του τεχνικού στην επόμενή του συντήρηση όταν θα το βρει το κέρμα μέσα του και θα απορεί.

Έκανα τον κύκλο μέχρι τη θέση μου. Πίσω μου η γκαραζόπορτα έκλεινε ξανά. Βγήκα από το αμάξι με μια πρωτόγνωρη για σήμερα χαρά, λες και είχα αφήσει το σπάσιμό μου μέσα στο μηχάνημα του πάρκινγκ, να παίζει κορώνα-γράμματα με το μοναχικό ευρώ.

«Αν πετύχω τον μπάρμπα έξω θα του πω ότι εδώ είναι πάρκιγνκ και όχι ουφάδικο» σκέφτηκα και γέλασα ξανά με πέντε σακούλες ψώνια στο χέρι. Κατάφερα πάντως, να βγάλω το κινητό μου από την τσέπη και να το βγάλω μια φωτογραφία. Ο παππούς δεν ήταν τριγύρω.

Στο μυαλό μου δεν είχα πια την λάθος κολόνια ή την χαμένη οδήγηση μέχρι το πανεπιστήμιο, ούτε την βροχερή μέρα, ούτε τον πονεμένο αστράγαλο. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το απλό χαμόγελο της γιαγιάς και την αθωότητα ενός μεγάλου άντρα σε έναν κόσμο που άλλαξε γρηγορότερα από εκείνον, τόσο που προσπαθούσε να δωροδοκήσει μια ηλεκτρονική γκαραζόπορτα με 350 δραχμές.

Μα…

…κάπως έτσι έκανε κι ο παππούς μου όταν του έδειχνα το iPad. «Τα σκυλία!» έλεγε με την βαριά, ποντιακή του προφορά μαγεμένος από αυτό το παράξενο πράγμα που, χωρίς καλώδια, χωρίς ρεύμα, το άγγιζες με το δάχτυλο κι “έπαιζε τηλεόραση”.

Ίσως ακόμη κι ο πατέρας μου όταν με βλέπει να πληκτρολογώ σαν αυτόματο όπλο στο laptop ή να κινούμαι γρήγορα στα μενού του κινητού, να του φαίνεται λίγο παράξενο, λίγο μακρινό. Κάποτε, ο μπαμπάς μου ήταν ένας θεός στα μάτια μου – όπως και αυτός ο παππούς στα μάτια του δικού του παιδιού. Σε είκοσι χρόνια, μήπως κι ο ίδιος μου ο πατέρας, που κάποτε ένιωθα ότι τα ήξερε όλα, μήπως κι αυτός θα βάζει κέρματα στα αντίστοιχα πάρκινγκ;

Ίσως. Σίγουρα. Δεν ξέρω… Είναι παράξενο να βλέπεις τους μεγαλύτερους, ειδικά όταν κι εσύ ο ίδιος κατέληξες να είσαι η μεγάλη εκδοχή του παιδιού μέσα σου.

Ποτέ δεν έχει φύγει από μέσα μου η εικόνα που είχα για τα παιδιά της έκτης δημοτικού όταν εγώ πήγαινα πρώτη. Θυμάμαι κάτι λαμπερούς γίγαντες, κάτι άντρες, μάγκες, γρήγορους και δυνατούς – έτσι τουλάχιστον τους έβλεπα. Και μετά, όταν πήγα πια γυμνάσιο, επέστρεφα στο δημοτικό για να πάρω τον αδερφό μου και οι παντοδύναμοι γίγαντες του παρελθόντος ήταν πια μικρά μωρά.

«Οι καινούριες γενιές αργούν να μεγαλώσουν» ήταν το consensus των συνομηλίκων μου για το θέμα. Κι εγώ αυτό πίστευα – μέχρι που ετοιμάστηκα να πω το ίδιο και για τα γυμνασιόπαιδα. Όχι, τα παιδιά πάντα ίδια ήταν, εμείς μεγαλώσαμε. Ήμουν πια 23 χρονών. Αν με έβλεπα μέσα από τα μάτια του μικρού Αλέξη, πως θα φαινόμουν; Έχω γένια. Λίγο μεγαλύτερος ήταν ο πατέρας μου όταν είχα έρθει πρώτη φορά στον κόσμο. Μεγάλωσα κιόλας;

Ανεβαίνοντας τα σκαλιά της πολυκατοικίας μου, με τα ψώνια στο χέρι, συνέχιζα να σκέφτομαι το αθώο, naive χαμόγελο εκείνης της γιαγιάς.

Εγώ έβλεπα μια γιαγιά, μια ζαρωμένη μεγάλη γυναίκα, αλλά αμφιβάλλω αν κι εκείνη ένιωθε το ίδιο. Άραγε, κατάλαβε ότι γέρασε; Όπως κι εγώ στο δημοτικό, πρέπει να με έβλεπε εκείνη σαν το αντίστοιχο γυμνασιόπαιδο, σαν έναν δικό της συνομήλικο. Μπορεί κάποια απογεύματα που γυρνούσε σπίτι, έτσι απλά, χαμένη στη ζάλη της κούρασης, να έψαχνε τη μαμά της, να περίμενε να βρει έτοιμη μια κατσαρόλα από το ωραίο χοιρινό που πάντα εκείνη μαγείρευε και τον μπαμπά της, με το μουστάκι του και το τσιγάρο στο χέρι να κάθεται στον καναπέ και να διαβάζει την εφημερίδα.

Μόνο που άξαφνα επέστρεφε στην πραγματικότητα, κι έβρισκε μπροστά της ένα ομοίωμα του γέρου πατέρα της, τώρα πια ως τον άντρα της. Ίσως και κάποια βράδια να έκλαιγε, κρυμμένη από εκείνον, μη μπορώντας να πιστέψει ότι εκείνο το νέο κορίτσι, με τα ωραία φορέματα, ήταν τώρα μια γιαγιά. Αλλά το κλάμα ίσως να το κρατούσε κρυμμένο κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Ίσως και να μην συνέβη ποτέ αυτό και απλά να θέλω να το κάνω μελό.

Μέσα στο χαμόγελό της, όμως, εγώ δεν είδα μια γιαγιά, ούτε μια γυναίκα του άντρα της, ούτε έναν πολίτη τρίτης ηλικίας, αλλά “εκείνη”, έναν άνθρωπο που έτυχε στην ροή της ζωής να πέσω στον δρόμο της και εκείνη στον δικό μου. Εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι δεν θα σκεφτούν καν την ύπαρξή μου ποτέ.


Μέρος 2ο: Το παιδί.

Μπήκα στο διαμέρισμά μου και κλείδωσα την πόρτα από πίσω. Περπάτησα γέρνοντας μέχρι την κουζίνα και άπλωσα τις σακούλες με τα ψώνια στο πάτωμα.

Το να βγάζεις φιλοσοφικά συμπεράσματα για τους ανθρώπους είναι ένα πράγμα – το σημαντικό, όμως, είναι να μπορείς να τα δεις από μια προσωπική προοπτική.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο κουτός (για τα δεδομένα μου) γέρος με έβαλε να σκεφτώ το δικό μου μέλλον, τον χρόνο που συνεχώς περνάει και που μια μέρα θα με βρει “κουτό γέρο”. Εγώ, ο Αλέξης του internet και της τεχνολογίας, ίσως μια μέρα να μην μπορώ να παραγγείλω καφέ από τα “μαγικά μηχανήματα” του μέλλοντος. Κι αυτό είναι ένα καλό συμπέρασμα.

Σε δεύτερο επίπεδο, όμως, είδα και μια ψυχή που ζει έξω από τον χρόνο. Είδα ένα γερασμένο προσωπείο, μια επιφάνεια που φθάρθηκε μες στα χρόνια και, όλο και περισσότερο, αφήνει ακάλυπτο τον πραγματικό εαυτό εκείνου του ανθρώπου, αυτόν που όλοι με τόσο κόπο προσπαθούμε να κρύψουμε: Το παιδί μέσα μας.

«Έχω ωραίο μαλλί και είμαι κουλτουριάρης – άρα, έχω δίκιο» ~ Ted Hughes.

Διαβάζοντας μια απ’ αυτές τις μέρες στο Motley, έπεσα πάνω σε ένα υπέροχο γράμμα του συγγραφέα Ted Hughes προς το 24-χρονο γιό του:

(η δική μου μετάφραση είναι σαβούρα – δείτε οπωσδήποτε το original κείμενο εδώ: http://www.brainpickings.org/index.php/2012/09/12/ted-hughes-inner-child-letter/)

«…Μα, ελάχιστοι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι [ένα γενικότερο αίσθημα προσωπικής ανεπάρκειας] είναι ουσιαστικά ο πόνος του παιδιού μέσα τους. Ο καθένας προσπαθεί να προστατέψει αυτό το ευάλωτο 2-χρονο, 3-χρονο, 4-χρονο, 7-χρονο- ,8-χρονο μέσα του και να αποκτήσει ικανότητες για να τα βγάλει πέρα με τις καταστάσεις που απειλούν να το κατακλύσουν. Οπότε, ο καθένας μας φτιάχνει μια ολόκληρη πανοπλία ενός “δεύτερου εαυτού”, ένα τεχνητό πλάσμα που ασχολείται με τον εξωτερικό κόσμο και με το βάρος των καταστάσεων….

…και εκείνο το μικρό πλάσμα μένει εκεί, κρυμμένο πίσω από την πανοπλία, ρίχνοντας κλεφτές ματιές από τις χαραμάδες. Και για τον δικό του εαυτό, είναι ακόμη ανυπεράσπιστο, ανίκανο, αμάθητο. Κάθε ένας άνθρωπος είναι ευάλωτος για μια απρόβλεπτη ήττα, όταν είναι εκείνος ο εσωτερικός, συναισθηματικός εαυτός…

…Και στην πραγματικότητα, εκείνο το “παιδί” είναι το μοναδικό αληθινό πράγμα μέσα τους. Είναι η ανθρωπιά τους, η πραγματική τους μοναδικότητα, αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει γιατί γεννήθηκε και που ξέρει ότι θα πεθάνει μόνο του, όσο συνωστισμένο κι αν είναι το μέρος γύρω του. Αυτός είναι ο φορέας όλων των ζωντανών αξιών. Είναι το κέντρο όλης της πιθανής μαγείας και αποκάλυψης. Ό,τι δεν προέρχεται από εκείνο το πλάσμα δεν αξίζει, ή απλά αξίζει μονάχα σαν εργαλείο — για να χρησιμοποιηθεί από εκείνο το πλάσμα και να του δώσει νόημα.. Οπότε, έτσι έχουν τα πράγματα. Και η αίσθηση του εαυτού, μέσα σε εκείνο το μικρό πλάσμα, στον πυρήνα του, είναι το μόνο πράγμα που υπήρχε πάντα…

…Αλλά τότε [όταν μας συμβαίνουν τα χειρότερα] είναι όταν ζωντανεύει — ίσως μόνο για να συγκλονιστεί, να τρομάξει και να πονέσει. Και τότε είναι που χρησιμοποιεί τις δικές του ικανότητες — όχι τεχνητές βοήθειες από έξω, αλλά αληθινές, εσωτερικές δυνάμεις, την πραγματική βιολογική ικανότητα να τα τα βγάζει πέρα, να κρίνει και να απολαμβάνει. Αυτό είναι το παράδοξο: Οι μόνες στιγμές που οι άνθρωποι νιώθουν ζωντανοί είναι όταν υποφέρουν, όταν κάτι ξεπερνάει την συνηθισμένη τους, προσεκτική πανοπλία και το γυμνό παιδί πετάγεται έξω και μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό οι πιο δύσκολες στιγμές μας στη ζωή, καταλήγουν να είναι οι καλύτερές μας αναμνήσεις»

…Και το μόνο πράγμα για το οποίο μετανιώνουν οι άνθρωποι είναι που δεν έζησαν αρκετά τολμηρά, που δεν επένδυσαν αρκετή ψυχή, που δεν αγάπησαν αρκετά. Στην τελική, τίποτε άλλο δεν μετράει…»

Όχι, μέσα απ’ όλο αυτό δεν βγαίνει ούτε μια λίστα με πρακτικά tips, ούτε 10 τρόποι για να περάσεις τα μαθήματά σου. Όχι, τίποτα τέτοιο. Βγαίνει, όμως, κάτι προσωπικό για τον καθένα, κάτι ξεχωριστό για όποιον τυχερό έχει την λεπτότητα για να το καταλάβει.Εκεί, στο χαμόγελο μιας απλής γιαγιάς, εγώ είδα τον εαυτό μου, είδα τις πιθανότητες της ζωής μου, είδα το παιδί που κρύβεται μέσα σε όλους μας, πίσω από κάθε φτιαχτό ψέμα που προσπαθούμε να πιστεύουμε.

Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε να είμαστε ο εαυτός μας. Αυτό συζητούσαμε λίγες μέρες νωρίτερα με μια φίλη. Την ρώτησα: «Έχεις γνωρίσει ποτέ, στην πραγματική ζωή, κάποιον άνθρωπο που πραγματικά να αισθάνεσαι ότι έχει βρει το κόλπο; Έναν που να είναι έξυπνος, δημιουργικός αλλά και ταυτόχρονα ευτυχισμένος;»

Την απάντηση την ξέρουμε όλοι. Ξέρουμε τον εαυτό μας, ξέρουμε το ψέμα μας και (αν είμαστε λίγο ξύπνιοι) καταλαβαίνουμε ότι και οι υπόλοιποι άνθρωποι μέσα τους είναι ακριβώς σαν κι εμάς.

  • Σταμάτησα εδώ και καιρό να δίνω σημασία σε πράγματα ασήμαντα, σε αποκλειστικές δεσμεύσεις με ανθρώπους, σε ζήλιες, σε λόγια, σε κακίες, σε φοβίες.
  • Προσπαθώ “να ακούω” το τι θέλω πραγματικά εγώ, να ακούω την ίδια μου την ψυχή, ακόμη κι αν οι απόψεις μου έρχονται σε κόντρα με όσα μου έμαθαν οι άνθρωποι.
  • Προσπαθώ να κάνω αυτό που αισθάνομαι, κι αν είναι ο δύσκολος δρόμος ακόμη καλύτερα. Σκέφτομαι τον εαυτό μου, 50 χρονών, να μου λέει: «Μπράβο! Δεν μετανιώνω για τίποτα που δεν έκανα!». Τουλάχιστον έτσι ξέρω αν άξιζε τον κόπο.
  • Προσπαθώ κάθε μέρα να μένω μακριά απ’ ότι είναι ψεύτικο και να έρχομαι λίγο πιο κοντά σε ότι είναι απλό, σε ότι είναι πιθανότερο να είναι αληθινό. Η αλήθεια βρίσκεται στην απλότητα. Απλά.

Και το μόνο αληθινό πράγμα στον κόσμο σου, είναι ο εαυτός σου. Εσύ. Όχι ο “ψεύτικος Νίκος”, η “ψεύτικη Μαρία” αλλά ο “αληθινός εσύ” που κρύβεται μέσα σου, εκείνο το παιδί που κρατάς φυλακισμένο.Κι όλα αυτά ακούγονται σαν new age φιλοσοφία, μέχρι απλά να ξεπεράσεις τον φόβο σου και να αρχίσεις να γίνεσαι αυτός που είσαι. Και τότε, η χαζή φιλοσοφία γίνεται η κανονική σου καθημερινότητα.

A young knight suits up for combat at Warwick Castle
Ένας ακόμη καλός πολίτης ετοιμάζεται από την στοργική κοινωνία των ενηλίκων…

Το κόλπο είναι απλό: Πέρνα λίγο χρόνο μόνος σου, δώσε μια ευκαιρία στην ησυχία να αφήσει τα λόγια της ψυχής σου να βγουν στην επιφάνεια. Μέσα στο πλήθος δεν μπορείς να ακούσεις τον εαυτό σου.

Και σταμάτα να δίνεις σημασία σε αυτά που νομίζεις πως έχουν αξία, όπως η φήμη, η καριέρα, οι κολακείες, η αναγνώριση από τους άλλους, τα (περιττά) λεφτά. Όλοι μας μια μέρα, θα καταλήξουμε σαν κι αυτή την απλή γριούλα, καθαροί απ’ οποιοδήποτε ψέμα προσπαθούσαμε να συντηρήσουμε, έχοντας πια μόνο το τελευταίο αληθινό πράγμα που μας μένει – εκείνο το απλό χαμόγελο, το χαμόγελο του παιδιού που κρύβουμε μέσα μας.

Εσύ ξέρεις ποιος στο διάολο είσαι; Μακάρι, αλλά εγώ, τον δικό μου εαυτό τώρα ξεκίνησα να τον μαθαίνω. Με κάθε δυσκολία, με κάθε στεναχώρια, με κάθε έρωτα, με κάθε γέλιο, με κάθε χαρά, κάθε μέρα, λίγο πιο μακριά από τον ψεύτικο φόβο και λίγο περισσότερο παιδί…

17 comments

  1. Πολύ ωραίο θέμα, με συγκίνησε λίγο μπορώ να πω. Η αλήθεια είναι ότι αυτή την απλότητα παρατηρώ και στη γιαγιά μου η οποία για να μην στα πολυλογω θυσιάζει τα πάντα για τους υπόλοιπους γιατί πέρνει χαρά όταν είμαστε καλά. Αυτή σκεφτόμουν σαν το διάβαζα. Και ναί, παραδέχομαι ότι σαν άνθρωπος έχω πολλές “κενές” φιλοδοξίες που άμα το καλοσκεφτώ, δεν αξίζουν και τόσο μπροστά στην απλότητα της γιαγιάς που περίγραψες. Και εμάς μας βλέπει η γιαγιά να κρατάμε τα touch screen μας και μας βλέπει με δέος.

  2. @Γιώτα Μπ.: Ευχαριστώ!

    @Ιoanna Gregoriou: Το θέμα (κατά την άποψή μου) δεν είναι αν «κάθε φιλοδοξία είναι χειρότερη από την απλότητα της γιαγιάς», αλλά το ότι οι συνηθισμένες μας φιλοδοξίες δεν αξίζουν.

    Το ότι η γιαγιά “είναι γιαγιά”, δεν την κάνει κατ’ ευθείαν καλύτερη από εμένα η από εσένα – απλά, σε μια γιαγιά βλέπουμε έναν άνθρωπο μεγάλο μεν, αλλά χωρίς τα προσωπεία των “μέσων”-ηλικιών.

    Η απλότητα είναι ευγενές χαρακτηριστικό, αλλά και πάλι, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε γιαγιά είναι απλή, η καλή.

    Αν μου επιτρέπεις μια ακόμη σκέψη: Βλέπουμε την αρχή (το παιδί) και το τέλος (την γιαγιά) να κάνουν έναν κύκλο, να καταλήγει ο άνθρωπος από εκεί που άρχισε, από την ελαφριά απλότητα.

    Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως δεν υπάρχει κάτι παραπάνω. Υπάρχει! Απλά, οι περισσότεροι είμαστε ανίκανοι να “μεγαλώσουμε” πνευματικά. 😉
    (…να αγαπήσουμε, να ζήσουμε στα όρια, να φέρουμε το όνειρο μας στη ζωή.)

    Υπάρχει κάτι ιδανικό, πέραν από “το παιδί”, πέραν από την “απλή γιαγιά”, πέραν από τον “φοβισμένο/ψεύτικο ενήλικα”.

  3. Dear e-diary says:

    Πολύ ωραίο θέμα.. Το έχω σκεφτεί και εγώ πολλές φορές όταν βλέπω συνομηλικους μου και μου φαίνονται μεγάλοι. Αναρωτιέμαι και εγώ έτσι δείχνω??? Εγώ νιώθω μικρή ακόμα…

  4. @Dear e-diary: Ευχαριστώ Χριστίνα. Το χειρότερο είναι ότι καμιά φορά ψαρώνουμε, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι “ναι, φαινόμαστε εξίσου μεγάλοι”.

    Αλλά, ποιος ξέρει, μπορεί όλοι έτσι να αισθάνονται και απλά να παίζουν θέατρο… :p

  5. Ησαΐα says:

    Πολύ ωραίες οι σκέψεις σου…Πιστεύω πως σε άγγιξε ιδιαίτερα εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα η αθωότητα της γιαγιάς και του παππού , διότι σύμφωνα με τα λεγόμενα σου εσύ είχες χάσει εκείνη την ημέρα το παιδί μέσα σου.Για αυτό και σε σοκάρισε η αγνότητα που καθρεφτιζόταν στο χαμόγελο της γιαγιάς.Αυτό διότι δεν ήταν αναμενόμενο λόγω της ηλικίας της να διατηρεί το παιδί που όλοι όπως είπες έχουμε μέσα μας. Από εκεί και έπειτα είναι να σκέφτεσαι πόσο χαμένοι είμαστε σήμερα εμείς οι νέοι , που ασχολούμαστε με όλα τα ασήμαντα και ξεχνάμε τα πιο ουσιώδη που δεν είναι τίποτα άλλο από την ψυχική μας γαλήνη , την αέναη πνευματική μας αναζήτηση που θα μας οδηγήσει στο να είναι πάντα ξύπνιο το παιδί μέσα μας…(χίλια συγνώμη για την πολυλογία μου βγήκε αυθόρμητα )

  6. Σοφ says:

    Ένα πράγμα θα πω, γιατί έχει σημασία για μένα. Έκλαψα διαβάζοντας το ποστ. Και δε κλαίω συχνά. Κι άλλο ένα, ευχαριστώ

  7. Anonymous says:

    Αγαπητε αλεχανδρε το post σου ειναι υπεροχο υπαρχει μονο ενα προβληματακι τι κανεις οταν τρεμεις να δεις τον πραγματικο σου εαυτο για ειναι πολυ φοβητσιαρης , μονος κ εσωστρεφης? Οταν η εικονα που εχεις δημιουργησει μοιαζει με ενος τηρανου κ ενος γιγαντα χωρις συναισθηματα? Δεν σε εκμεταλευονται?Δεν σε περιγελουν μετα? Ρ

  8. @Ανώνυμος: Όταν είσαι ο εαυτός σου παίρνεις ένα τεράστιο ρίσκο. Γίνεσαι αδύναμος – όπως το περιγράφεις.

    Αλλά και όλοι οι άνθρωποι μέσα μας κρύβουμε τον αδύναμο εαυτό μας. Οποιοσδήποτε φαίνεται σκληρός ή γίγαντας, φοράει μάσκα.

    Μέσα σε μια πανοπλία είσαι πιο ασφαλής, αλλά δεν μπορείς να απολαύσεις ούτε τον γαλάζιο ουρανό μέσα στο σιδερένιο κράνος, ούτε και να νιώσεις ένα άγγιγμα αγάπης πίσω από την σιδερένια επιφάνεια.

    Αν πάρεις το ρίσκο θα πονέσεις σίγουρα, και θα είναι και δύσκολο. Όταν είσαι ο πραγματικός σου εαυτός θα σε σνομπάρουν, θα σε αγνοήσουν επιδεικτικά, ειδικά άτομα που φαίνονται αντικειμενικά ηλίθια.

    Αλλά αν είσαι μάγκας, αυτό το ρίσκο (και ο αρχικός “πόνος”) θα σε οδηγήσουν σε πραγματική επικοινωνία με τον έναν σπάνιο άνθρωπο που θα βρεθεί στον δρόμο σου και θα σου μοιάζει.

    Από τη μια αξίζει το ρίσκο. Από την άλλη, το αν σε “περιγελάει” κανείς όπως λες είναι θέμα δικό σου: Αν αισθάνεσαι άξιος περίγελου φταις εσύ. Αν είσαι σίγουρος για τον εαυτό σου, ακόμη και μια χώρα να γελάει μαζί σου, δεν πτοείσαι.

  9. Natasha says:

    Με αγγιξε πολυ αυτο το κειμενο. Μπραβο σου. Ταυτιζομαι πολυ με τον τροπο σκεψης σου. Και εχεις το ταλεντο αυτο που σκεφτεσαι να το διατυπωνεις σωστα. Μολις εγινε ενα απο τα αγαπημενα μου κειμενα.

  10. Πάντα απολαμβάνω τους νέους που είναι απλά αληθινοί, σκέφτονται μόνοι τους και τολμούν την έκφραση του εαυτού τους. 🙂

  11. Anonymous says:

    Χωρίς να ειμαι αρκετά φιλόδοξη μπορώ να πω ότι πριν λίγα χρόνια προσπάθησα να κάνω αυτή την μικρή αλλαγή. Να τσαλακωσω για λίγο την φαινομενικά ωραία εικόνα και να εκφραστω λίγο πιο ελεύθερα.
    ..τελικά η αλλαγή μόνο μικρή δεν ήταν..με λίγη προσπάθεια άλλαξαν πολλά και τα διατηρώ μέχρι σήμερα..
    Πάντως ισχύει πως αυτομάτως φαίνεσαι πιο αδύναμος.επιπλέον πρέπει να πω ότι άλλαξαν και οι παρέες μου..αξίζει όμως τον κόπο! 🙂

Σχολιάστε!