Τι στο διάολο κάνει τα καλοκαίρια μου τόσο ωραία;

Σημείωση: Πριν ξεκινήσεις να διαβάζεις, να σε προειδοποιήσω για να μην χάσεις τον χρόνο σου. Το κείμενο είναι αρκετά μεγάλο και περιέχει αρκετές προσωπικές ιστορίες για την φιλία, για την ομορφιά του καλοκαιριού, για τα λάθη που έχω κάνει “κανονίζοντας” διακοπές. Αν συνεχίζεις να ενδιαφέρεσαι, καλή ανάγνωση.

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, αυτές οι δυο πετσέτες στρωμένες στην άμμο, στο beach bar Zougla, είναι για εμένα το σύμβολο του απόλυτου καλοκαιριού. Όσο πιο χαλαρά, τόσο πιο ωραία.

Μέρος 1ο: Πως να γνωρίσεις τον καλύτερό σου φίλο.

Μπορώ, άραγε, να χαρακτηρίσω ταλέντο την ικανότητα να περνάω τέλεια καλοκαίρια;

Αποφάσισα πως είμαι καλοκαιρινός τύπος: Αλλιώς λειτουργώ όταν η μέρα είναι μεγάλη, όταν φοράω κοντά παντελόνια και όταν παίζω βόλεϋ στην παραλία. Ακόμη, όταν κάνω αναδρομή στο παρελθόν, σχεδόν όλα μου τα καλοκαίρια είναι σημαντικά ορόσημα – είτε ως αρχή είτε ως τέλος μιας σημαντικής φάσης της ζωής μου.

Πως όμως καταφέρνω να περνάω τόσο ωραία καλοκαίρια, ειδικά όταν βλέπω πολλούς γύρω μου να τα περνάνε σαν «ένα ακόμη τρίμηνο» με λίγη θάλασσα; Για εμένα είναι κάτι παραπάνω – είναι, ίσως, ο λόγος που ζω την υπόλοιπη χρονιά.

Εντάξει, ίσως να υπερβάλλω λίγο, αλλά πράγματι έχω πολύ ενδιαφέρον να βρω τα συστατικά ενός υπέροχου καλοκαιριού.

Αν αρχίσω να το αναλύω, το βασικότερο κομμάτι θα είναι σίγουρα η παρέα μου: Μιλάω για τον κολλητό μου, τον Βασίλη, τον οποίο οι αναγνώστες του Φοιτηtips γνωρίσατε στο post “Κουβέντες μεταξύ αντρών…”.

Με τον Βασίλη λέμε χαρακτηριστικά πως ακόμη και στην φυλακή να μας κλείνανε, σε ένα απομονωμένο κελί, αργά η γρήγορα θα μας έδιωχναν αφού δεν θα μας άντεχαν. Σίγουρα θα γελούσαμε όλη μέρα, όλον τον χρόνο. Θα γράφαμε σενάρια, θα ζωγραφίζαμε τους τοίχους του κελιού, θα κάναμε γυμναστική, θα παράγαμε τέχνη. Θα περνούσαμε τέλεια ακόμη και μέσα στη φυλακή.

Αυτήν την φιλία, όμως, φαίνεται πως δεν μπορεί κανείς να την βρει εύκολα. Αντιθέτως, καταντάει συχνά αδύνατον.

Προσωπικά, με κάποιον τρόπο στάθηκα τυχερός, όταν στην παράξενη και άγαρμπη ηλικία (στην χειρότερή μου φάση, αντικειμενικά) που πήγαινα πρώτη γυμνασίου, έτυχε να κολλήσω με ένα παιδί από το σπιτάκι μου στην κατασκήνωση.

Όχι πως από την αρχή δεν φάνηκαν τα πρώτα σημάδια του που θα καταλήξει αυτή η παρέα: Μέσα στις πρώτες τρεις μέρες της γνωριμίας μας, τα φτιάξαμε με δυο κολλητές φίλες. Ήταν η πρώτη μου σχέση, με την Χρύσα, και η πρώτη του Βασίλη, με την Ηλιάνα.

Και, αν παραμερίσουμε τις λεπτομέρειες, νομίζω πως δεν διαφέρουμε και πολύ από τότε: Δύο τρελά, φαντασιόπληκτα παιδιά, που γελάνε όλη μέρα, που γκομενιάζουν χωρίς όρια, που αναλύουν ότι τους συμβαίνει και που βάζουν συνέχεια νέους, καλύτερους στόχους. Δυο πυροβολημένοι καλλιτέχνες.

Άρα, από παρέα θεωρούμουν κομπλέ. Παρ’ όλα αυτά, ήμουν απόλυτα ανοιχτός στο να βρω κι άλλα άτομα που να ταιριάζω όπως με τον Βασίλη, για να περνάω εξίσου τέλεια τόσο στην πόλη μου, όσο και στα Γιάννενα. Δεν έτυχε όμως. Μετά από δεκάδες (μέσα στα χρόνια) παρέες του διμήνου, καμία δεν κατέληξε σε κάτι παρόμοιο.

Όλοι μετά από ένα σημείο κατέληγαν βαρετοί (φαντάζομαι κι εγώ γι’ αυτούς).

Όλοι, μετά από ένα σημείο κατέληγαν να παρεξηγηθούν με αφορμή κάτι που με τον Βασίλη θα βρίσκαμε ασήμαντο.
Όλοι, μετά από λίγο, κατέληγαν να σβηστούν από τον τηλεφωνικό μου κατάλογο.

Και σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, εγώ θα πήγαινα διακοπές μαζί τους: Θα ήμουν στη θάλασσα με την κλασσική, μέση, βαρετή παρέα – (ίσως) με άτομα με απόλυτα διαφορετική φιλοσοφία ζωής από εμένα. Σε εκείνη την πραγματικότητα θα ήμουν ο πιο ήσυχος τύπος, ένας τύπος που θα κρατούσα την τρέλα μέσα μου, που δεν θα μπορούσα να βγάλω τον κρυμμένο ζωντανό, διονυσιακό χαρακτήρα μου.

Όταν μια παρέα βγαίνει για καφέ με τα πουλιά της έξω, τότε κουβαλάει τρέλα…

Αν ήμουν άτυχος, θα ήμουν στην κατάσταση που βρίσκονται οι περισσότεροι εκεί έξω – κολλημένος ανάμεσα στα ερωτήματα “Καλύτερα μόνος;” ή “Καλύτερα με βαρετό κόσμο;”.

Προφανώς, δεν βρίσκομαι πάντα μαζί με τον κολλητό μου: Ίσως κι αυτό να διατήρησε την φιλία μας τόσο υγιή και μακροχρόνια. Μέσα στα 10 χρόνια που γνωριζόμαστε δεν έτυχε ποτέ να μένουμε στο ίδιο μέρος.

Οπότε, αν εξαιρέσουμε τις (λίγες) μέρες που βρίσκομαι μαζί του, ανήκω κι εγώ όσο να ‘ναι στην “άτυχη” πλειονότητα των ανθρώπων που δεν “κολλάνε” με τις παρέες τους.

Μίλησα πριν για την επιλογή μεταξύ του “μόνος” και του “μαζί με βαρετή παρέα”. Εγώ έχω μια διαφορετική προοπτική: Βλέπω το “μόνος” σαν αντίστοιχο με το “μαζί με ενδιαφέρουσα παρέα”. Μπορώ κι ο ίδιος να είμαι παρέα του εαυτού μου και, συνήθως, με βρίσκω αρκετά ενδιαφέρων.

Στο διάολο, έχω εκατομμύρια ενδιαφέροντες φίλους για να βγω για καφέ: Ντοστογιέφσκι, Νίτσε, Thoreau. Αρκεί να κουβαλήσω ένα βιβλίο μαζί μου για να πιω καφέ με ανθρώπους αμέτρητες φορές πιο ενδιαφέροντες από τον μέσο βαρετό σπασίκλα.

Κι όλα αυτά τα λέει ένας εθισμένος στην κοινωνικότητα τύπος σαν κι εμένα. Η φίλη μου η Έλλη με κοροϊδεύει όποτε με βλέπει ανάμεσα σε ξένο κόσμο, αφού καταλήγω να πιάνω κουβέντα με τον καθένα.

Το να περνάω καλά μόνος μου δεν με κάνει λιγότερο κοινωνικό, ούτε είναι με κάποιον τρόπο “κακό”. Αντιθέτως, είναι μια “υγεία” που πολλοί έχουμε χάσει.

  • Ο άνθρωπος θέλει τον αέρα του για να μπορεί να είναι ανοιχτός στις σκέψεις του.
  • Ο άνθρωπος θέλει την μοναχικότητά του για να μπορεί να είναι κοινωνικός.
  • Ο άνθρωπος πρέπει να περνάει καλά μόνος του για να μπορεί να περάσει καλά και με ξένους, για να μπορούν να περάσουν καλά και οι ξένοι με αυτόν.

Κι αυτό ισχύει και για το καλοκαίρι. Στο προηγούμενο δίλημμα ξέρω στα σίγουρα τη δική μου απάντηση: Καλύτερα “μόνος” παρά με “βαρετή παρέα”.

Και γιατί να υπογράψω ένα συμβόλαιο ανίας όταν μπορώ να πάω κάπου μόνος και, στην χειρότερη περίπτωση, να καταλήξω και πάλι με μια εξίσου βαρετή παρέα; Σπανίζουν τόσο πολύ οι βαρετοί που θα πρέπει να τους κουβαλήσω και μαζί μου από την άλλη μεριά της Ελλάδας;

Από την άλλη, αν απεξαρτηθώ από την ανάγκη της (γκούχου)… παρέας, ανοίγω ταυτόχρονα τα χέρια μου στην προοπτική της “κωλοφαρδίας” μου, σε μια περίπτωση να γνωρίσω στα μοναχικά μου ταξίδια κάτι το ενδιαφέρον. Ανοίγομαι στην περίπτωση ο μαγνήτης της ψυχής μου (και του χαβαλέ μου) να συναντήσει κάπου στα άχυρα την αντίθετη πολικότητα της καρφίτσας μου και «τσακ!», να κολλήσουμε αμέσως.

Αν επιλέξεις την βαρετή παρέα για το καλοκαίρι σου κερδίζεις σε “σιγουριά” αλλά χάνεις σε προσδοκίες.

Όταν δουλεύαμε στην κατασκήνωση με τον Βασίλη, έτυχε να βάλουμε εμείς οι ίδιοι στη θάλασσα μια σχεδία που είχε φτιάξει ο Κώστας ο υπαρχηγός. Εκεί περάσαμε μερικά από το πιο κορυφαία μεσημέρια της ζωής μας, με βουτιές και άραγμα. Μετά από χρόνια, κατά τύχη, βρήκαμε ακριβώς το ίδιο σκηνικό στη Zougla. Αυτά είναι τα ωραία του “τυχαίου”.

Μέρος 2ο: Ξέρω καλύτερα από το να “κανονίσω”…

Ένα από τα άσχημα των βαρετών παρεών είναι η ανάγκη τους να κανονίζουν. Εγώ είμαι υπέρ των απροόπτων, των εκπλήξεων. Ναι, κατανοώ ότι είμαι ο παράξενος της υπόθεσης – έχω μάλιστα αποδεχθεί ότι σκέφτομαι και σαν “γέρος” σε κάποια θέματα, αλλά το συγκεκριμένο με χαλούσε από το γυμνάσιο ακόμα. Αποκαλώ το πρόβλημα: «Τα κανονίσματα του κώλου».

Γιατί του “κώλου”; Όχι επειδή είναι ζουμερά και τριχωτά (ή στην περίπτωση της Adriana Lima “έργα τέχνης”) αλλά επειδή απλώς καταλήγουν σε μια κατάσταση… σκατά.

Η εναλλακτική, καλή περίπτωση…

Ξέρετε, δεν με χαλάνε τα κανονίσματα από μόνα τους: Θα έλεγα μάλιστα πως είμαι Άγγλος στα ραντεβού μου, πως δεν ξεχνάω ποτέ μια υποχρέωσή και πως γενικά δεν με ενοχλεί το να έχω ένα στρωμένο πρόγραμμα. Αλλά γιατί να προβληματιστώ, να καταναλώσω πολύτιμο γλυκογόνο από τα κύτταρα μου και να καταστρέψω νευρώνες του εγκεφάλου μου για να κανονίσω κάτι που ο “μαλάκας της παρέας” αργότερα θα ακυρώσει;

Δεν θα ξεχάσω τη μέρα που στο λύκειο κανονίσαμε με την Κική (και άλλους 7 συμμαθητές) να πάμε στα μπουζούκια το Σάββατο. Η Κική ειδικά ήταν απίστευτα ψημένη για την όλη φάση – μέχρι που ήρθε το Σάββατο και άκουσα το γλυκύτατο: «Δεν θα μπορέσω Αλέξη».

Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να μην κανονίσω ξανά τίποτε στα σοβαρά.

Από εδώ και πέρα, ακόμη κι αν έλεγα «ναι» σε κάποια πρόταση, μέσα στο μυαλό μου αποθήκευα την φάτσα του συνομιλητή μου στο κομμάτι του εγκεφάλου που επεξεργάζεται τα «μπααα…». Έλεγα «ναι» στις προτάσεις των άλλων, αλλά δεν περίμενα πραγματικά ότι ο άλλος τις εννοούσε. Κατέληξα να έχω δίκιο τις περισσότερες φορές.

Από την άλλη, δεν είναι καλύτερη και η απόλυτη προσήλωση στα κανονισμένα. Αυτό το κακό χούι είναι και πάλι χαρακτηριστικό των μεγάλων παρεών, αφού όταν μπλέκονται πάνω από 5 άτομα σε ένα εγχείρημα κανείς δεν θέλει να πάρει την ευθύνη να το ανατρέψει. Εδώ ερχόμαστε στον λόγο που προτιμώ παρέες μεγέθους από “μόνος μου” έως “ένα ακόμη άτομο” για τον πυρήνα των σίγουρα κανονισμένων του καλοκαιριού μου.

Μικρό παράδειγμα από τη ζωή μου, στο πρώτο έτος, όπου στις πρώτες μου καλοκαιρινές διακοπές ως φοιτητής, κανονίσαμε με τον φίλο μου τον Παναγιώτη, την κοπέλα του, τον συγκάτοικό του και δυο φίλες της κοπέλας του να πάμε διακοπές στην Άνδρο.

Εξεπλάγην ευχάριστα όταν είδα την μια από αυτές να κανονίζει πετυχημένα το όλο πράγμα και να μου ζητάει προκαταβολή για το ξενοδοχείο – ήταν από τις λίγες φορές που ένα μακροπρόθεσμο κανόνισμα δούλευε σωστά. Μέχρι που ο Παναγιώτης, λίγες μέρες πριν φύγουμε για το νησί, χώρισε την κοπέλα του για τα μάτια της πρώην του.

Παναγιώτη, αν διαβάζεις το Φοιτηtips, θέλω να σε ευχαριστήσω πρώτα για τις αμέτρητες ώρες γέλιου που μου χάρησες με την πιο βλαμμένη κίνηση που έχει κάνει κανείς πριν πάει διακοπές με την παρέα της κοπέλας του. Δεύτερον, θέλω να σε σιχτιρίσω για το ότι έκανες την πιο βλαμμένη κίνηση που θα μπορούσες να σκεφτείς.

Χάθηκε να την υποστείς σαν “κοπέλα σου” για λίγες ακόμη μέρες; Άσε που νομίζω ότι το μετάνιωσες κι εσύ ο ίδιος…

Που θέλω να καταλήξω όμως: Η λογική θα έλεγε πως μετά από αυτήν την νέα τροπή των πραγμάτων θα έπρεπε να ξανασκεφτούμε το αν θα κολλούσε αυτή η παρέα, δυο χωρισμένοι, δυο αντίπαλα στρατόπεδα μαζί σε ένα νησί. Πως να ακυρώσεις όμως κάτι κανονισμένο με τόσα άτομα μπλεγμένα;

Τελικά πήγαμε όλοι μαζί και, δεν μπορώ να πω, περάσαμε καλά – αλλά υπήρχε συνέχεια στον αέρα μια μουντάδα, ένα βάρος στην ατμόσφαιρα σαν κάποια να ήθελε να δείρει κάποιον.

Γι’ αυτό εγώ, προτιμώ να επιλέγω το πολύ ένα ακόμη άτομο για να κανονίσω πράγματα – και ακόμη και τότε, τα κανονίζω στο χαλαρό, του στυλ: «Τον Ιούλιο θα πάμε κάμπινγκ». Ως εκεί. Ούτε σε ποιο κάμπινγκ, ούτε ποια συγκεκριμένη ημέρα, ούτε για πόσο θα κάτσουμε.

Για φέτος, με τον Βασίλη, είχαμε κανονισμένο με τον ίδιο τρόπο το κάμπινγκ. Το λέγαμε μάλιστα από πέρσι, με το που είχαμε φύγει από το Thalatta Camping στο Καλαμίτσι (αντικειμενικά το καλύτερο  της Χαλκιδικής).

Πριν από λίγες μέρες, όμως, όταν βρεθήκαμε και το είδαμε λίγο πιο προσεκτικά, καταλάβαμε ότι τα οικονομικά δεν έβγαιναν. Οπότε, είπαμε «άκυρο το κάμπινγκ», γελάσαμε και συνεχίσαμε την μέρα μας, χωρίς να σπαστούμε ούτε για κλάσμα του δευτερολέπτου, χωρίς ο φίλος μου να μαλώσει μαζί μου και, φυσικά, καταλήγοντας να περνάμε ακόμη καλύτερα απ’ ότι περιμέναμε – απλά με καινούρια σχέδια.

Δεν θα διαφωνήσω, όμως, ότι μια μεγάλη παρέα στις διακοπές έχει προοπτική για τέλειες στιγμές – αρκεί να το διαχειριστείς σωστά.

Στην δική μου περίπτωση αυτό το πέτυχα πέρσι όταν κανόνισα “στα σίγουρα” για κάμπινγκ με τον Βασίλη και άρχισα να λέω (σε όποιον με ρωτούσε για το “τι θα κάνω το καλοκαίρι”): «Τον Ιούλιο θα πάω Αρμενιστή. Αν θες έλα».

Πρέπει να προσκάλεσα πάνω από 15 άτομα, απλά το έκανα εντελώς στο φλου, λέγοντάς τους: «Κοίτα, εγώ από 20 μέχρι 30 Ιουλίου θα είμαι εκεί. Αν γουστάρεις, πάρε τη σκηνή σου και όποιον θέλεις και έλα στήσε την δίπλα στη δική μας». Καμία δέσμευση από εμένα.

Τελικά ήρθαν δυο φίλες και ένα φίλος από Γιάννενα. Για να αποδείξω την χαλαρότητα του κανονίσματός μου, καθώς οι φίλες μου ήταν στον (μακρύ) δρόμο με ΚΤΕΛ από Γιάννενα για Αρμενιστή, τις πήρα τηλέφωνο για να τις ενημερώσω ότι αλλάξαμε μέρος και πήγαμε σε άλλο κάμπινγκ (στο Καλαμίτσι). Ουσιαστικά, μέχρι να έρθουν και οι ίδιες, ούτε εμείς οι ίδιοι δεν ξέραμε που μέναμε.

Περάσαμε ωραία πάντως και νομίζω πως ήταν ένα πετυχημένο πείραμα.

Μέρος 3ο: Το κάμπινγκ είναι ένας υποτιμημένος θησαυρός.

Μόνο μια σκηνή χρειάζομαι… αλλά κι αυτό είναι περιττό όταν έχεις την παραλία και τα αστέρια της.

Μιας και μιλάμε για κάμπινγκ, ας μπούμε λίγο και σε αυτό το θέμα. Μπορεί να είναι τυχαίο, αλλά με τον Βασίλη γνωριστήκαμε στην κατασκήνωση – συγκεκριμένα στις κατασκηνώσεις Καλύβα στην Χαλκιδική. Νομίζω ότι η περίσταση έπαιξε τραγικά σημαντικό ρόλο στο “τι παρέα είμαστε” και στο “πόσο τέλεια περνάμε”.

Όταν θέτεις τις βάσεις της γνωριμίας δυο φίλων σε ένα τόσο ονειρικό και απελευθερωμένο μέρος όπως μια παιδική κατασκήνωση, τότε έχεις στρώσει καλά θεμέλια. Γιατί τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά αν κάναμε διακοπές με τους γονείς μας σε ένα τσιμεντένιο ξενοδοχείο: Ούτε θα ρίχναμε γκόμενες τις δυο φίλες, ούτε θα γελούσαμε όλη μέρα, ούτε θα κάναμε παιδικές τρέλες στις ανηφόρες της κατασκήνωσης.

Εμείς το ξέραμε ότι το μέρος ήταν ξεχωριστό για εμάς – γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να παρατείνουμε την διαμονή μας εκεί όσο περισσότερο γινόταν. Ακόμη και μετά από 6 χρόνια ως κατασκηνωτές, όταν δεν μας δέχονταν πια λόγω ηλικίας, πήγαμε να δουλέψουμε στην κατασκήνωση ως προσωπικό. Είχαμε μεγαλώσει πια για την κατασκήνωση, αλλά υποσυνείδητα γνωρίζαμε ότι κάτι «θα χάναμε» στο καλοκαίρι μας μακριά από μια τέτοια εμπειρία.

Μετά ήρθαν οι εποχές του φοιτητιλικιού και, ακόμη πιο χαρακτηριστικά, οι εποχές των “μεγάλων σχέσεών μας”. Και ξέρετε πως αλλάζει ένας άνθρωπος όταν κάνει την μεγάλη του σχέση…

Η εποχή των μεγάλων σχέσεων ήταν χαρακτηριστικά η εποχή που μιλούσαμε λιγότερο από ποτέ με τον Βασίλη. Δεν μπορώ να πω, η σχέση είχε πολλά ωραία κομμάτια – αλλά σίγουρα τα καλοκαίρια της δεν ήταν από τα καλύτερα.

Γιατί, όταν έχεις μάθει να ζεις σαν εκστασιασμένος σάτυρος τα καλοκαίρια σου και ξαφνικά καταλήγεις σε μια οικογενειακή εμπειρία με την “προσγειωμένη” κοπέλα σου που θα σου πει «Σταμάτα!» στην πρώτη ένδειξη τρέλας (=υπεροχής) σου, τότε νοσταλγείς τις εποχές των διακοπών με τον κολλητό σου, που όχι μόνο δεν σου έλεγε «σταμάτα τις μαλακίες» αλλά έριχνε μάλιστα και λάδι στην φωτιά.

Και με την εθελούσια έξοδό μου από το μαρτύριο της δέσμευσης στα 21, τα καλοκαίρια μου αναγεννήθηκαν. Δεν έφταιγε η κοπέλα μου – εγώ έφταιγα που δεν συνειδητοποίησα νωρίτερα το τι ήθελα.

Και δεν αργήσαμε καθόλου με τον Βασίλη να επαναλάβουμε τις ένδοξες στιγμές της κατασκήνωσης, βρίσκοντας πια πιο ταιριαστή στην ηλικία μας την λύση του κάμπινγκ. Λίγο μουντά και μουδιασμένα στην αρχή, αλλά όταν πήραμε μπρος καταλήξαμε να “ξεχάσουμε” ακόμα και στιγμές της κατασκήνωσης που μέχρι τώρα ψιθυρίζαμε σαν μύθους.

Τόσο πολύ ξεπερνούσαμε τους εαυτούς μας – όπως και μέχρι τώρα, κάθε χρόνο και καλύτερα. Όλα, λίγο καλύτερα από πέρσι.

Στα παράπονα των κοριτσιών του στυλ: «Είσαστε βρομιάρηδες!» απαντούσαμε «Τα έχουμε έτσι στημένα για καλό Feng Shui». Ήμασταν λίγο βρομιάρηδες πάντως.

Αλλά βλέπω πολλούς νέους, και ειδικά κοπέλες, να είναι κάπως επιφυλακτικοί με το θέμα του κάμπινγκ. Λένε «θέλω να έχω την άνεσή μου», «θέλω καθαρή τουαλέτα», «ο Αλέξης είναι κούκλος». Και νομίζω ότι, πέραν του τελευταίου, αυτά τα θέματα είναι απλά προκαταλήψεις.

Πέραν από την κατασκήνωση σαν παιδί, ήμουν άνθρωπος των ξενοδοχείων. Είχα μια άνεση με το θέμα του ξενοδοχείου, το γούσταρα. Μου άρεσε η άνεση που σου προσφέρει το αποκλειστικά δικό σου δωμάτιο, το δικό σου μπάνιο και οι λοιπές υπηρεσίες.

Δεν άφησα όμως τις προκαταλήψεις να με οδηγήσουν στο να αρνηθώ το κάμπινγκ – ήθελα πρώτα να του δώσω μια ευκαιρία και να βγάλω εγώ ο ίδιος τα συμπεράσματά μου.

Και δεν είχα άδικο που το έκανα: Μετά από μια ελάχιστη περίοδο προσαρμογής, κατάλαβα ότι δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο για έναν άνθρωπο της ηλικίας μας, ακόμη και για έναν κομπλεξικό με την άνεση και την καθαριότητα όπως εγώ – αρκεί να διαλέξεις ένα από τα περιποιημένα κάμπινγκ.

Όχι ότι κι αυτές οι ιδέες μας δεν αλλάζουν με τον καιρό: Τώρα θα πάω χαλαρά και για ελεύθερο κάμπινγκ. Κατάλαβα ότι κάποιες από τις φαινομενικές ανάγκες μας, είναι τελικά απλώς συνήθειες: Μπορώ και χωρίς ψυγείο. Μπορώ και χωρίς δικό μου μπάνιο. Μπορώ να είμαι ακόμη πιο ελεύθερος από όλες αυτές τις σαβούρες που έχω βαρεθεί να βλέπω μέσα στα σπίτια μας.

Και στην τελική, τι διαφορά έχουν οι διακοπές από την καθημερινή ζωή μας; Όταν ζεις όλη σου τη χρονιά μέσα στο τσιμέντο, γιατί να καταλήξεις κλεισμένος μέσα σε ένα τσιμεντένιο ξενοδοχείο και να κάνεις μπάνιο στην πισίνα του;

Πας διακοπές για ξεκούραση; Άσε τα κουλά! Πρώτον, η ζωή μας είναι κατά κύριο λόγο πιο ξεκούραστη απ’ όσο πρέπει, ούτως η άλλως – και δεύτερον, τον μέσο εικοσάρη που βλέπω να ξυδιάζεται μέχρι τοξικότητας, να κάνει εμετό και να κοιμάται τα ξημερώματα στις διακοπές του δεν τον βλέπω να ψάχνει την ξεκούραση.

Αλλά το θέμα είναι πως το κάμπινγκ ουσιαστικά δεν κουράζει. Άντε δέκα λεπτά να στήσεις τη σκηνή, άντε και δυο-τρεις αγγαρείες. Άντε να σου τη σπάσει και λίγο που θα ξυπνάς νωρίτερα από τους ήχους της φύσης και των ανθρώπων, αλλά καταλήγεις να ξεκουράσεις την ψυχή σου, κάτι που δεν θα καταφέρεις σε όποιο πεντάστερο κλουβί και να κλειστείς.

Αυτό τελικά θέλω για τα καλοκαίρια μου: Να ξεκουράσω την ψυχή μου, να γίνω πιο ξέγνοιαστος – απόλυτα ξέγνοιαστος αν μπορώ.

Αρκετά προσπαθεί η κοινωνία να μου δημιουργεί ενοχές, να με πείθει πως πρέπει να δουλεύω για κάποιον καλύτερο από εμένα για να γίνω “άξιος”, να μου πουλάει την ιδέα ότι η ευτυχία βρίσκεται κάπου στα υλικά αγαθά και στο χρήμα και όχι μέσα μου.

Αρκετά προσπαθεί ο μέσος άνθρωπος να μου πιάσει κουβέντα για το πόσα μαθήματα χρωστάω, για το τι θα κάνω στο μέλλον, για την οικονομική κρίση. Αρκετά προσπαθεί να κάνει τον παράδεισο του μυαλού μου μια χωματερή όπου πετάει όλη την μπίχλα που κρύβει μέσα του.

Προσπαθώ να απομακρύνομαι από την τοξικότητα της κοινωνίας κάθε μου μέρα, είτε βρέχει είτε χιονίζει, είτε είναι φθινόπωρο, είτε καλοκαίρι. Αλλά ειδικά τώρα, με την τεράστια μέρα, με τον τέλειο καιρό, με τα μαγιό και τις παντόφλες, με την ελληνική θάλασσα, με το μαυρισμένο μου δέρμα, με την ερωτικότητα στην ατμόσφαιρα, με το φεγγάρι να αντανακλάται στη θάλασσα, με την παρέα του κολλητού μου, με τις αναμνήσεις της κατασκήνωσης και τις προσδοκίες της σημερινής μου νύχτας, αυτό μου είναι πολύ πιο εύκολο.

«Πολυλογά Αλέξη! Πολυλογά Αλέξη!»

Τι στο διάολο κάνει, τελικά, τα καλοκαίρια μου τόσο ωραία;

Νομίζω πως το βασικότερο είναι η χαλαρότητα. Το καλοκαίρι είμαι ακόμη πιο χαλαρός απ’ ότι τον υπόλοιπο χρόνο. Ότι και να μου συμβεί γελάω – ειδικά όταν είμαι μαζί με τον κολλητό μου, με τον οποίον όμως γελάμε ακόμη κι αν δεν συμβεί κάτι.

Μετά, είναι το ότι έχω μάθει να μην δεσμεύομαι, ούτε με άτομα, ούτε με σχέδια. Αφήνω τον ρου των ημερών να με οδηγήσει μόνος του σε μια τέλεια κατάσταση. Και αν έτυχε να κανονίσω κάτι στο χαλαρό, είμαι πάντα έτοιμος να το δω να ακυρώνεται και να βρω εναλλακτική.

Ακόμη, το καλοκαίρι δεν είναι για μένα εποχή καταχρήσεων. Φυσικά και θα πιω όταν τραβάει η παρέα και σίγουρα θα φάω κάτι όταν θα βγούμε στην ταβέρνα, αλλά κατά τα άλλα, είναι μια φυσιολογική μέρα της χρονιάς σε αυτά τα θέματα. Ίσως, μάλιστα, ανεβάζω και τους ρυθμούς της προπόνησης και της διατροφής. Έτσι, καταλήγω να μην τελειώσω το καλοκαίρι με τις “τύψεις” των παραπανίσιων κιλών και των δεκάδων hangover.

Έχω μάθει ακόμη πως δεν χρειάζονται λεφτά για να κάνεις ονειρικές διακοπές. Η ευτυχία δεν κρίνεται από τα αστέρια του ξενοδοχείου σου, ούτε από το πόσα μπουκάλια άνοιξες εχθές το βράδυ (άσχετο αν άνοιξα κάμποσα…). Αν το θέλεις πραγματικά, όλος ο κόσμος είναι το θέρετρό σου και το μόνο που λείπει είναι μια σκηνή, λίγη καλή παρέα και, άντε, ένα πενηντάρικο στην τσέπη.

Εναλλαγές, πειράματα. Γνώρισε νέα άτομα, πάνε σε ένα νέο μέρος, ψάξε μια διαφορετική παραλία από πέρσι. Μην περιμένεις το ενδιαφέρον να έρθει από μόνο του – πρέπει να βουτήξεις στον λάκκο με τις ευκαιρίες. Η ζωή, ναι, κυλάει μόνη της, αλλά «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Το μόνο σίγουρο είναι πως, με την ίδια βαρετή παρέα με πέρσι, θα περάσεις το ίδιο βαρετό καλοκαίρι.

Τι άλλο είναι;

Είναι και το ότι επιλέγω πια να είμαι κοντά στη φύση και τη χαλαρότητα, κάνοντας κάμπινγκ, όπου όχι μόνο ξεκουράζεται η ψυχή σου, αλλά πέφτεις (θες δεν θες) και σε ένα καζάνι κοινωνικότητας, με δεκάδες άτομα να μένουν λίγα μέτρα δίπλα σου.

Ίσως, όμως, να μην είναι τίποτε από αυτά. Ίσως να μην χρειάζεται τίποτε.

Γιατί κάποιοι περνάνε το καλοκαίρι τους σαν να μην είναι μαγικό;

Έχετε δει μικρά παιδιά πως το χαίρονται; Πως τρελαίνονται με τη θάλασσα και την άμμο; Πως παίζουν όλη μέρα έξω από το σπίτι τους; Πως γνωρίζονται μεταξύ τους και κάνουν μεγάλες παρέες, μέχρι να πλακωθούν;

Ίσως, τελικά, το να είναι τα καλοκαίρια μου τόσο ωραία, να είναι απλά φυσιολογικό – για εμάς τα παιδιά.

6 comments

  1. Anonymous says:

    Μας ταξίδεψες πάλι..
    Καλημέρα και καλό Ξέγνοιαστο ”τρελό” καλοκαίρι!!!
    @Georgia Boxer

  2. Anonymous says:

    Πες τα χρυσόστομε! Θέλουμε καλοκαίρι με τρέλα και χωρίς όρια! Βαρέθηκα τους δήθεν, τους τρελούς προγραμματισμούς και τους ξενέρωτους ανθρώπους που φοβούνται να δοκιμάσουν νέα πράγματα και μένουν στην βαρετή καθημερινότητά τους. Ζήτω το καλοκαίρι με τρέλα και εκπλήξεις!! 😉

Σχολιάστε!