Eurotrip: Ταξιδεύοντας από την Ελλάδα μέχρι την Πορτογαλία με Αυτοκίνητο – Μέρος 1ο.

roadtrip

Το καλοκαίρι του 2015 έκανα τον γύρο της Ευρώπης με έναν φίλο, περνώντας από δέκα χώρες σε δεκαπέντε μέρες. Και τώρα, μερικούς μήνες μετά, θέλω να μοιραστώ μαζί όσα αισθάνθηκα πριν και μετά το ταξίδι, όσα έμαθα για την οργάνωσή του και συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τις πόλεις και τις χώρες που είδα. Σε αυτό το πρώτο post, θα περιγράψω το πως αντιμετώπισα την κάθε φάση του ταξιδιού…

Ήταν μια χειμωνιάτικη νύχτα του Νοέμβρη. Εγώ, από τη θέση του συνοδηγού, κοιτούσα νυσταγμένα τον άδειο δρόμο, ενώ ο Larry, αμίλητος από την κούραση, προσπαθούσε να συγκεντρωθεί, ακούγοντας την σιγανή μουσική από το ράδιο. Γυρνούσαμε από ένα τριήμερο στην Κωνσταντινούπολη – και εκείνος ήταν ήδη πέντε ώρες πίσω απ’ το τιμόνι.

Δυστυχώς, είμαι από τους συνοδηγούς που δεν μπορούν να κλείσουν τα μάτια τους και να αράξουν. Νομίζω – παράλογα – πως έχω την ίδια ευθύνη με τον οδηγό να ελέγχω τον δρόμο. Οπότε, παρά την κούρασή μου, παρέμενα ξύπνιος και κάθε τόσο πετούσα και μια τυχαία κουβέντα.

«Λάρρυ» τον ρώτησα. «Που λες να πάμε το επόμενο ταξίδι μας;»

Ο τύπος, παρά τις ώρες του στο τιμόνι, μου απάντησε με μια περίεργη σιγουριά: «Αλέξη, εγώ το καλοκαίρι θέλω να απλώσω την αιώρα μου ανάμεσα σε δύο φοινικόδεντρα, και να βουτήξω τα πόδια μου στον Ατλαντικό.»

«Τι εννοείς;» τον ρώτησα. «Αμερική θα πάμε;»

«Όχι, όχι ακόμη. Για Πορτογαλία λέω» μου απάντησε. «Με αυτοκίνητο».

Γύρισα να τον κοιτάξω, χαμογελώντας με το αστείο του, αλλά η φάτσα του δεν θύμιζε άνθρωπο που αστειευόταν.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε η ιδέα για το δικό μας Eurotrip. Ένα ταξίδι από την Ελλάδα μέχρι την Πορτογαλία με αυτοκίνητο, περνώντας ουσιαστικά ολόκληρη την κεντρική Ευρώπη, από τη μια άκρη ως την άλλη.

Εκείνο το βράδυ, στη θέση του συνοδηγού, γυρνώντας από Κωνσταντινούπολη, ακόμη κι αν σκεφτόμουν σιωπηλά την τρελή ιδέα του Larry, στην πραγματικότητα το είχα ήδη αποφασίσει.

Πως είναι να κάνεις ένα ταξίδι από την μια μεριά της Ευρώπης ως την άλλη.

Νομίζω πως τα αισθήματά μου χωρίζονται σε τέσσερις μεγάλες φάσεις, τις οποίες και θα σας περιγράψω.

Η πρώτη ήταν η όμορφη φάση της “Γλυκιάς Ιδέας”, από τη στιγμή δηλαδή που το πρότεινε ο Larry (τέλη Νοεμβρίου), μέχρι κάπου στο Πάσχα.

Αυτή είναι μια φάση γνωστή σε όσους συχνά “κανονίζουν” μακρινά ταξίδια με την παρέα τους “στα λόγια” και όταν πλησιάσει ο καιρός τα αφήνουν να χαθούν στην limbo μεταξύ της βαρεμάρας και του “ας μη μιλήσουμε γι’ αυτό”.

Εμείς το μόνο που είχαμε συμφωνήσει ως τότε ήταν πως τον ερχόμενο Αύγουστο θα πηγαίναμε από τη Θεσσαλονίκη ως το Πόρτο της Πορτογαλίας – και πίσω. Η σιγουριά μας βασίζονταν απλά στο ότι τα τελευταία χρόνια είχαμε αποδείξει πως κάνουμε όσα λέμε, αλλά και πως ταιριάζουμε πολύ ως συνταξιδευτές.

Επίσης, ο Larry είναι ταξιδεμένο άτομο και οδηγάρα με πολλά χιλιόμετρα, εγώ έχω μια άνεση με τις Ευρωπαϊκές χώρες, και σαν ομάδα ένα πρόσφατό μας highlight ήταν όταν πέρσι το καλοκαίρι είχαμε πάρει ένα πλοίο για Κρήτη μονάχα με μια τσάντα στην πλάτη, έτσι χύμα, για κάμπιγνκ, απλά επειδή μία ώρα πιο πριν είχαμε φάει μια καλή σαλάτα με ντάκο και ζηλέψαμε.

Γενικά, μιλάμε για low-maintenance άτομα που μπορούμε να κοιμηθούμε και στο κατάστρωμα άμα λάχει. Όπως και άτομα που δεν έχουμε πρόβλημα να κάνουμε κάτι τρελό την τελευταία στιγμή – ίσα, ίσα.

Και για τους πέντε αυτούς μήνες, το μόνο που κρατήσαμε ήταν αυτή η αμυδρή ιδέα. Εγώ το είχα αναφέρει μονάχα στους γονείς μου (οι οποίοι φυσικά χάρηκαν με τη γαμάτη ιδέα) και στην κοπέλα μου – άντε και στον κολλητό Βασίλη – αλλά σαν κάτι μακρινό και μελλοντικό, ακριβώς, δηλαδή, όπως το προσέγγιζα κι ο ίδιος μέσα μου.


Μετά, λοιπόν, από μια δύσκολη εξεταστική Φεβρουαρίου, έφτασε το Πάσχα και μαζί η δεύτερή μου φάση απέναντι στο Εurotrip: Η φάση του άγχους.

Ήταν Πάσχα και ο Larry μου πρότεινε να βρεθούμε για να κοιτάξουμε τις πρακτικές λεπτομέρειες του ταξιδιού.

Ε, τότε ήταν και η πρώτη φορά που ένιωσα ότι στ’ αλήθεια θα το κάναμε.

Εννοώ, το πίστευα και πριν, αλλά τώρα ξεκινούσε να παίρνει σάρκα και οστά, και από μια αμυδρή ιδέα άρχισε να μεγαλώνει σαν μια μαύρη μπάλα από πίσσα και να γεμίζει το μυαλό μου. Επιλέγω συγκεκριμένα την εικόνα της μαύρης μπάλας, γιατί άρχισα να νιώθω την προοπτική του eurotrip σαν μια περίπλοκη διαδικασία, όπου θα έπρεπε να προνοήσω τα πάντα και να οργανωθώ όσο πιο τέλεια γινόταν.

Ο Larry, φυσικά, δεν ήταν καθόλου έτσι. Μακάριοι οι χαλαροί άνθρωποι.

Στη συνάντηση μας στο iHeart, λοιπόν, βγάλαμε τετράδια και Google Maps και κάναμε το πρώτο μας πλάνο για τις χώρες που θα περνούσαμε. Προσπαθήσαμε να δούμε ποιες πόλεις μας ενδιαφέρουν κυρίως, και μετά να μετρήσουμε τους χονδρικούς χρόνους από τη μια στην άλλη.

Αφού σιγουρευτήκαμε πως το γενικό πλάνο “έβγαινε” πάνω-κάτω σε δεκαπενθήμερο, το αφήσαμε εκεί. Υποσχέθηκα στον Larry πως μες στους επόμενους μήνες θα έκανα ένα πολύ λεπτομερές πλάνο, με συγκεκριμένες μέρες άφιξης και αναχώρησης από κάθε πόλη.

Αυτό το έκανα, τελικά, στα τέλη Ιουλίου, λίγες βδομάδες πριν ξεκινήσουμε, με το άγχος μου αυξημένο – λες και πήγαινα να κάνω κάτι παράλογο, κάτι που θα με έβαζε σε κίνδυνο…

Φυσικά, αφού το ανέλυσα, συνειδητοποίησα πως τέτοιες σκέψεις δεν ήταν λογικές. Ήταν απλά αποτέλεσμα των πολλών μηνών που περνούσα κλεισμένος στο πανεπιστήμιο και που με είχαν ξεσυνηθίσει από ωραία και απελευθερωμένα ταξίδια. Και στην τελική, στα περισσότερα μεγάλα πράγματα, το πρώτο βήμα φοβίζει.

Έτσι, άφησα τον εαυτό μου να χαλαρώσει, χωρίς να προσδοκώ το παραμικρό, μέχρι που ήρθε η μέρα και ξεκινήσαμε προς τον πρώτο μας σταθμό, το Βελιγράδι.


Για την τρίτη φάση δεν θα γράψω πολλά εδώ, αφού θα της αφιερώσω ολόκληρο post στο τέλος της σειράς, αλλά, σε γενικές γραμμές:

Την πρώτη μέρα βραδιά στο Βελιγράδι ένιωθα έξω από τα νερά μου, αλλά αρκούσε ένας ύπνος για να σηκωθώ το επόμενο πρωί άλλος άνθρωπος. Από την δεύτερη μέρα και μετά, ήμουν κάθε μέρα και πιο χαλαρός, απολαμβάνοντας κάθε κομμάτι του ταξιδιού, εκτός από τις τελευταίες ώρες της οδήγησης της κάθε μέρας (τότε που οι δρόμοι άρχιζαν να κουράζουν).

Το να αλλάζεις πόλη ή και χώρα κάθε μέρα, είναι κάτι που δεν σου επιτρέπει να βαρεθείς. Αντιθέτως, ακόμη κι αν δεν κοιμάσαι πολλές ώρες (γιατί δεν θες να χάσεις χρόνο από την εξερεύνηση) σηκώνεσαι όλος ενέργεια και περπατάς ξανά αμέτρητες ώρες στις άγνωστες πόλεις.

Και όσο πιο μακριά από την Ελλάδα είσαι, τόσο πιο πίσω μένουν και όλες σου οι έγνοιες. Όχι τόσο επειδή ας πούμε είσαι στην Ισπανία. Θα μπορούσες να έχεις πάρει την 30ευρη πτήση της Ryanair για Βαρκελώνη, αλλά δεν θα ήταν το ίδιο πράγμα. Βασικά, δεν θα είχε καμία σχέση.

Οι έγνοιές σου έχουν μείνει πίσω γιατί οδήγησες τα 3.000 χιλιόμετρα ως εκεί. Εσύ κι ο φίλος σου. Κάθε γαμημένο χιλιόμετρο από αυτά τα 3.000 το έχεις δει να περνάει μπροστά σου, μαζί με κάθε πόλη, χωριό, δάσος και βουνό.

Κι αυτό είναι κάτι πολύ ξεχωριστό. Αλλά, επαναλαμβάνω, περισσότερα γι’ αυτό θα πούμε πιο μετά.

Αυτή την εικόνα βλέπαμε στο μεγαλύτερο κομμάτι των διαδρομών μας.


Η τέταρτη φάση (και νομίζω η πιο ενδιαφέρουσα απ’ όλες) ήταν αυτή ακριβώς μετά το Eurotrip.

Γυρνώντας από ένα τέτοιο ταξίδι, είναι λογικό να σε ρωτούν οι γνωστοί σου για το “πως ήταν αυτή η εκπληκτική εμπειρία” ή κάτι αντίστοιχο που αναμένει απάντηση γεμάτη πάθος και συγκινήσεις.

Ε, στη δική μου περίπτωση, το μόνο που μπορούσα να απαντήσω ήταν: “Μια χαρά”.

Και ναι ρε φίλε, είναι μια πολύ περίεργη απάντηση, γιατί ξέρω πως δεν ανταποκρίνεται στην αληθινή εμπειρία του ταξιδιού.

Βασικά, έχω πρόβλημα με την ίδια τη γαμημένη λέξη “εμπειρία”. Αυτή τη λέξη, τη θυμάμαι να αποθηκεύεται στο μυαλό ως καθημερινή κουβέντα κάπου στην εποχή του πρώτου Fame Story (ή του Big Brother). Ήταν, πάντως, μια από τις in ατάκες εκείνων των προ-#YOLO, γαμάτων εικοσάρηδων που έπαιρναν μέρος σε reality τηλεπαιχνίδια και όταν έπαιρναν τον μπούλο το πρώτο πράγμα που έλεγαν για όσα πέρασαν ήταν το: “Ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία”.

Όλα ήταν πια μια εμπειρία. Οι άνθρωποι ζούσαν για την “εμπειρία”. Το ξυλίκι με τους χούλιγκαν, η πρώτη εξεταστική στο πανεπιστήμιο, η τούμπα στο πλακόστρωτο, το ταξίδι στο Λονδίνο, όλα ήταν μια γαμημένη εμπειρία του μεσοαστού Έλληνα των 00s με παραληρητική ιδέα μεγαλείου, που πίστευε ότι είχε σταλεί σε αυτόν τον κόσμο ως πρίγκηπας, τέκνο των εξωγήινων Ελ, για να γίνει “συλλέκτης εμπειριών”, όπως έλεγε ο Νότης Σfuckιανάκης την ίδια εποχή.

Και έτσι η λέξη “εμπειρία” έγινε μια σιχαμένη λέξη που μου θύμιζε αυτάρεσκα reality άτομα σαν τους συμπαίκτες της Άσπας Τσίνα και καλομαθημένων τέκνων της γενιάς του μεγάλου ελληνικού δημοσίου που, αφού δεν είχαν τι να κάνουν, έπρεπε να συλλέξουν εμπειρίες από ταξίδια.

Λοιπόν, εμένα με ενοχλεί να διαχωρίζουμε κάτι στη ζωή σαν “εμπειρία”, αφού η ίδια η ζωή είναι η γαμημένη “εμπειρία του να ζεις”.

Με ενοχλεί, γιατί το να λες πως κάτι που έκανες “ήταν εμπειρία” είναι η πρώιμη έκδοση του σημερινού Instagram #traveller #lifestyle #instalifo βλαμμένου τρόπου να παρακαλάς για αποδοχή.

Ελπίζω να μπορείτε να δείτε το καθαρό νόημα πίσω από την λίγο κραχτική παράγραφο που απολαμβάνω να γράφω. Γιατί το κράξιμο δεν το εννοώ όσο φαίνεται – αν και πράγματι μου σηκώνεται η τρίχα όταν βλέπω κάποιες ακραίες περιπτώσεις.

Ε, φίλε, η μόνη απάντηση που εγώ μπορούσα να δώσω για το πως ήταν αυτό το μεγάλο ταξίδι, ήταν ειλικρινά: “Μια χαρά”. Γιατί αυτό ήταν. Κι εμένα μου έκανε εντύπωση που δεν είχα κάποια πιο μαγευτική απάντηση, αλλά αυτή ήταν η αλήθεια.

Ήταν ένα μια χαρά, μεγάλο ταξί, με έναν καλό μου φίλο, σε μπόλικες πόλεις της ανεπτυγμένης Ευρώπης. Το μόνο διαφορετικό που μου πρόσφερε σε μεγάλο βαθμό ήταν η χαρά του να ξυπνάω και να μην βλέπω την ίδια γειτονιά, του να κάνω μερικές καινούριες παρέες, του να ξεχάσω τις πιέσεις από το πανεπιστήμιο (15 μέρες στον δρόμο σου το προσφέρουν αυτό το καλό) και της ευκαιρίας να χρησιμοποιήσω λιγάκι κάποιες γλώσσες που ξέρω μόνο στα πτυχία.

Θα μπορούσα να το κάνω συνέχεια; Δε θα με χαλούσε.

Θα το ξαναέκανα με αυτοκίνητο; Πιθανότατα όχι – εκτός κι αν κατευθυνόμουν αυτή τη φορά προς βόρεια Ευρώπη, αν και πάλι τείνω προς το όχι.

Άλλαξα καθόλου σαν άνθρωπος; Μπα… Απλά, μετά από 10.000 χιλιόμετρα, κατάφερα να σιχαθώ λίγο περισσότερο την οδήγηση και βλέπω πια την διαδρομή Αθήνα – Θεσσαλονίκη ως διαδρομή για ΓΑΤΑΚΙΑ (σκέψου πως υπήρξαν μέρες που οδηγούσαμε για 12 ώρες συνεχόμενα). Σε αυτό, ίσως άλλαξα.

Ήταν “εμπειρία”;

Όχι ρε φίλε! Με τη διαδεδομένη έννοια της λέξης, δεν ήταν!

Ήταν περισσότερο σαν να πηγαίνεις βόλτα στην Αθήνα, απλά κάποιες φορές η Αθήνα να έχει ένα ποτάμι στη μέση και κάθε μέρα να μιλάνε άλλη γλώσσα. Α, και συνήθως να είναι πιο καθαρή (αυτό ψιλο-ήταν εμπειρία). Στην τελική, στην πολιτισμένη κεντρική Ευρώπη πήγα – αν πήγαινα στο Σουδάν μπορεί να έλεγα πράγματα διαφορετικά.

Υπήρξαν πάντως κάποια συγκεκριμένα πράγματα, πολύ πιο σημαντικά για μένα από την flat έννοια της γενικόλογης λέξης “εμπειρία”.

Ήταν, ας πούμε, ένα πολύ παρεΐστικο δεκαπενθήμερο. Αν ταιριάζεις με τον άνθρωπο που κάνετε μαζί ένα τέτοιο ταξίδι (βασικά είναι αναγκαστικό το να ταιριάζεις) θα περάσεις πολύ καλά.

Ακόμη, ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να καταλάβω τι ακριβώς είναι η Ευρώπη σήμερα, βλέποντας (κυριολεκτικά) τη μεγάλη εικόνα της, οδηγώντας για αμέτρητα χιλιόμετρα στην ασύνορη γη του πολιτικού (η οικονομικού;) θαύματος που λέγεται ζώνη Σένγκεν. Και γράφω αυτό το άρθρο την κατάλληλη στιγμή, ακριβώς στις μέρες που η ισορροπία των ανοιχτών συνόρων είναι εύθραυστη.

Ήταν, επίσης, μια καλή ευκαιρία να καθαρίσει το μυαλό μου και να χαλαρώσω, πράγμα που είναι η αληθινή ουσία του να κάνεις διακοπές. Έτσι γέμισα ενέργεια για να μπορώ να αντιμετωπίσω τον πολύ απαιτητικό χειμώνα.

Και, τέλος, ήταν μια πολύ σημαντική “εμπειρία” για να καταφέρω να απομυθοποιήσω την εξωγενώς προερχόμενη αντίληψη (που όλοι πάνω κάτω έχουμε) ότι “εκεί μακριά βρίσκεται κάτι καλύτερο”. Εννοώντας ότι, μετά από 10 χώρες, κατέληξα να εκτιμώ την Ελλάδα ακόμη περισσότερο.

Φυσικά, όλα όσα έγραψα έχουν να κάνουν με εμένα προσωπικά, σε μια συγκεκριμένη ηλικία και φάση ζωής. Αν το κάνει ένας μικρότερος, ας πούμε, θα είναι πολύ διαφορετικό. Αλλά έχει να κάνει και με την προσωπικότητα του καθενός.

Σε κάθε περίπτωση, ίσως ένα τέτοιο ταξίδι να είναι στην to-do λίστα πολλών. Γι’ αυτό και γράφω αυτό και τα επόμενα post: Για να αποδείξω ότι είναι πολύ πιο εύκολο απ’ όσο νομίζει κανείς (ώστε να το κάνει) και για να μοιραστώ τις πρακτικές μου εμπειρίες για το τι να περιμένει, τι να μην περιμένει – αλλά και το πως να κάνει τα προβλεπόμενα πράγματα (όπως τις προετοιμασίες) εύκολα, ώστε να έχει μπόλικο χρόνο να χαρεί τα απρόβλεπτα.


Στο επόμενο post θα εξηγήσω κάθε βήμα που κάναμε για να οργανώσουμε αυτό το ταξίδι (και το αν τα καταφέραμε η όχι).

2 comments

  1. Stefanos says:

    Φοβερη ΕΜΠΕΙΡΙΑ!…
    ειναι κατι που προσπαθω να σχεδιασω και εγω με τον κολλητο μου αλλα μενουμε συνεχως στην πρωτη φαση.
    Αν μπορουσες να πεις λιγα παραπανω πραγματα για την οργανωση. πως αποφασισατε πουθα πατε. που κοιμηθηκατε. πως βγαλατε ενα χρονοδιαγραμμα και διαφορα μικρα πραγματα που μπορουν να κανουν ενα τετοιο ταξιδι λιγο πιο “βατο”.

    • Alex Emexezidis says:

      Στέφανε, το επόμενο post θα είναι ακριβώς γι’ αυτό το θέμα. 😉

Σχολιάστε!