Μήπως τρέχεις μακριά από το νόημα της ζωής σου;

Αυτό το post είναι μέρος του project: “Ποιο είναι το νόημα της ζωής;” Περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτό θα βρείτε στο εισαγωγικό post.


Αν διαβάσετε, θα καταλάβετε γιατί το comic είναι τόσο πρόχειρο. (ps. Είμαι ταλέντο στις δικαιολογίες..)

Κανονικά, εδώ θα σας μιλούσα για μια συγκεκριμένη ανηφόρα στη Νικήτη της Χαλκιδικής όπου βαρούσα το τελευταίο, εξουθενωτικό σπριντάκι του καθημερινού μου τρεξίματος.

Για την ιστορία, ένα απόγευμα του Αυγούστου ξεκίνησα από τον παραλιακό δρόμο, έτρεξα μέσα από το χωριό και συνέχισα τον (μπόλικο) ανηφορικό δρόμο προς την παλιά πόλη. Όπως και πέρσι, είχα σκοπό να ανέβω μέχρι πάνω, στην εκκλησιά του Αγίου Νικήτα, δίπλα στο νεκροταφείο του χωριού.

Εκείνη τη μέρα, προσπαθούσα να ξεφύγω τρέχοντας από την κακή μου διάθεση.

Και το τρέξιμο σε ανηφόρα μπορεί να γίνει πολύ δύσκολο. Φτάνεις σε ένα σημείο που η καρδιά σου έχει κουραστεί να χτυπάει στα όριά της, τη στιγμή που όλο το σώμα σου φωνάζει: «Σταμάτα και άραξε λίγο!» – αλλά εσύ, ξέρεις, συνεχίζεις γιατί “πρέπει”.

Έτσι, έπρεπε – και τελικά έφτασα σε εκείνη την κάθετη ανηφόρα. Τα λόγια δεν αρκούν για να την περιγράψω (μακάρι να την είχα βγάλει μια φωτογραφία), αλλά ήταν μια ανηφόρα που μπορούσες κάλλιστα να τη σκαρφαλώσεις, μια μακριά, δύσκολη ανηφόρα που τελείωνε ακριβώς εκεί που ήθελα, δίπλα στην εκκλησία.

Κι αυτό το είδα σαν ένα ακόμη εμπόδιο που έπρεπε να υπερβώ. Έπρεπε πάλι να ξεπεράσω τα όριά μου, κι ας μου έλεγε το σώμα μου πως δεν έχει αρκετό οξυγόνο στο αίμα, κι ας τα είχα ήδη δώσει όλα – τώρα έπρεπε να δώσω περισσότερα, για ένα τελευταίο σπριντάκι στην πιο δύσκολη ανηφόρα της ζωής μου.

Μόνο όποιος έχει κάνει αθλητισμό μπορεί να καταλάβει τα επόμενα 30 δευτερόλεπτα. Για μια στιγμή, το μυαλό μου ήταν τρομαχτικά καθαρό. Ένιωθα πως δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα στον κόσμο. Ένιωθα πως μπορούσα να κάνω τα πάντα. Ένιωθα ζωντανός.

Φτάνοντας στην κορυφή, απλώς αφέθηκα. Δεν είχε μείνει τίποτα μέσα μου. Ακούμπησα σε ένα δέντρο κι έμεινα εκεί, να αναπνέω σαν δίχρονο μηχανάκι για πέντε ολόκληρα λεπτά. Ήθελα λίγο χρόνο για να επανέλθω στην πραγματικότητα.

«Ok, είμαι εντάξει». Σηκώθηκα ζαλισμένος και προχώρησα προς εκείνο το χωμάτινο άνοιγμα στην άκρη του δρόμου, δίπλα στον μικρό γκρεμό, απ’ όπου μπορούσες να δεις όλη τη Νικήτη από ψηλά. Ακόμη ανέπνεα γρήγορα. Σήκωσα τα χέρια μου και τα άπλωσα χαμογελώντας. Από εδώ μπορούσα να αγκαλιάσω όλον τον ορίζοντα. Ήμουν ο άρχοντας της ζωής μου. Αν μπορούσα να τρέξω έτσι, τότε μπορούσα να κάνω τα πάντα.

Οι έγνοιες δεν μπορούν να σε φτάσουν όταν τρέχεις γρήγορα.

Κατεβαίνοντας την επιστροφή εξουθενωμένος, ήμουν χαρούμενος. Runner’s High. Ο εγκέφαλος παράγει ενδορφίνες, νευροδιαβιβαστές για να αισθανθούμε χαρούμενοι. Οι ενδορφίνες είναι οπιοειδή – το μυαλό μου μού χαρίζει ναρκωτικά γιατί ξεπέρασα τα όρια. Ο εγκέφαλος μου είναι ντίλερ.

Το θέμα είναι πως είχα αφήσει όλες μου τις έγνοιες πίσω. Και το post μου, κανονικά, θα τελείωνε εδώ. Σας είχα βρει και τίτλο: “Πως ξεπέρασα όλες μου τις έγνοιες σε μια ανηφόρα” ή κάποια αντίστοιχη μπαρούφα – και δυστυχώς θα χάνατε τον χρόνο σας να διαβάζοντας τη, γιατί τώρα ξέρω πως είχα άδικο.


Το νόημα βρίσκεται στην ισορροπία.

Κάποιοι άνθρωποι έχουμε την τάση να αυτοτιμωρούμαστε. Ο ενήλικας εαυτός μας χτυπάει μπάτσες στο παιδί που κρύβουμε μέσα μας: «Νιώσε πόνο μαλακισμένο… Πάλι δεν τα κατάφερες!»

Οι αδιάφοροι άνθρωποι δεν αυτοτιμωρούνται. Μιλάω γι’ αυτούς που απλά δεν κάνουν τίποτε, γι’ αυτούς που έχουν τα πιο χαμηλά standards απ’ όλους. Όχι μόνο είναι χαρούμενοι, αλλά επιβραβεύουν και τον εαυτό τους από πάνω.

Οι μόνοι που αυτοτιμωρούνται είναι όσοι έχουν όνειρα και όσοι κάνουν βήματα προς αυτά: Οι καταραμένοι που δεν θέλουν “να μην κάνουν τίποτα”. Και θέτουν τόσο ψηλά, τόσο παράλογα standards, που γίνονται οι Χίτλερ του εαυτού τους. Αυτομαστιγώνονται σε κάθε ευκαιρία γιατί δεν είναι αρκετά τέλειοι, αρκετά παραγωγικοί, αρκετά οτιδήποτε.

Είναι κακό να μην αγαπάς τον εαυτό σου.

Μπορεί να μοιάζουμε με 23-χρονους, αλλά στον πυρήνα μας είμαστε (ακόμη) παιδιά. Όσο κι αν η ενήλικη (ψεύτικη) φύση μας μπορεί να δικαιολογεί τα χτυπήματα και την κακή κριτική, το παιδί μέσα μας, γαμώτο, είναι απλά παιδί.

Ένα παιδί θέλει αγάπη, θέλει επιβράβευση. Κι ένα χαρούμενο παιδί θα είναι υγιές – και στην τελική, θα κάνει και όσα πρέπει. Ένα παιδί, όμως, δυστυχισμένο, το μόνο που του μένει είναι να ξεσπάσει, καταστρέφοντας τα πάντα γύρω του, μαζί και με εκείνο το ψεύτικο σώμα που το καλύπτει.

«Είμαι ανισόρροπος». Αυτό έμαθα για τον εαυτό μου τον τελευταίο καιρό. Και έχω πολλούς λόγους να πιστεύω ότι η ισορροπία συνδέεται με το νόημα της ζωής.

Εκείνη τη μέρα, στην κορυφή της Νικήτης είχα απλώς αφήσει τα προβλήματα πίσω, δεν τα είχα καταστρέψει. Και όταν γύρισα, βρίσκονταν ακόμη εκεί και με περίμεναν, κουρασμένο και αδύναμο πια από το ακραίο τρέξιμο.

Η ισορροπία δεν έχει σύντομο δρόμο – ο δρόμος είναι μόνο ένας: Ακριβώς στη μέση και σταθερά.

Κάποιες φορές στη ζωή σου, θέλεις να κάνεις το μπαμ για να αλλάξεις αυτά που σε χαλάνε. Από χοντρός πρωτοετής με διαρκείας στα Goody’s, γίνεσαι ο τύπος που κάνει Crossfit καθημερινά. Από μια αποκλειστική σχέση τριών ετών, γίνεσαι ο τύπος που αδιαφορεί για κάθε δέσμευση. Από το λυκειόπαιδο των πανελληνίων, γίνεσαι ο τριτοετής που έχει να αγγίξει βιβλίο από τις πανελλήνιες.

Οι αλλαγές είναι γρήγορες όταν παίρνεις έντονα, ακραία μέτρα.

Όμως, μια μηχανή που δουλεύει στο τέρμα για πολύ καιρό, κάποια στιγμή θα χαλάσει. Ξέρεις τι, μέσα σε όλα, κάποια στιγμή καταλήγεις να ξεχνάς ότι είσαι άνθρωποςίσως δεν θέλεις καν να είσαι πια. Θέλεις να ξεπεράσεις τα πάντα, να γίνεις κάτι διαφορετικό, να πας στο (απόλυτο) άκρο.

Αλλά, ότι και να κάνεις, συνεχίζεις να είσαι άνθρωπος, ένας που δουλεύει για πολύ καιρό στο τέρμα – και θα έρθει η στιγμή που θα χαλάσεις.

Κάθε άκρο θα σε οδηγήσει σε μια καταστροφή. Αυτό έχω καταλάβει. Και το να πηγαίνεις από τη μια ακραία πλευρά στην άλλη θα σε αποδυναμώσει. Η ζωή θέλει ισορροπία, για το καλό του μυαλού σου και για το καλό της υγείας σου.

Πέρσι, τον ίδιο καιρό, ήμουν και πάλι στη Νικήτη. Τότε ήταν που έμαθα αυτή τη διαδρομή, που ξεκινούσε από τον δρόμο της θάλασσας και κατέληγε πάνω στο βουνό. Και τότε έτρεχα για να ξεφύγω από κάτι. Πόσο διαφορετικός ήμουν όμως… Ήμουν περισσότερο παιδί, περισσότερο κανονικός, περισσότερο άνθρωπος.

Μια από εκείνες τις μέρες, σταμάτησα και πάλι λαχανιασμένος στην εκκλησία του Αγίου Νικήτα. Ήπια λίγο νερό από το μπουκαλάκι και πήρα μερικές ανάσες. Σουρούπωνε. Δεν ήταν κανένας τριγύρω και δεν βιαζόμουν να φύγω. Περπάτησα προς τα πάνω και πέρασα την πόρτα του διπλανού νεκροταφείου.

Κοιτώντας τις μαρμάρινες πλάκες και τα ονόματα των ανθρώπων που είχαν πεθάνει, προπαθούσα να φανταστώ πόσο μοναδική ήταν η ζωή του καθενός. Ήθελα να μπω στη θέση τους, για να καταλάβω πως θα ήταν να χάνεται η μοναδικότητα της ύπαρξής μου, πως η μοναδική υποκειμενική άποψη για τον κόσμο θα γίνονταν απλά σκοτάδι, χωρίς να μπορώ να το κρίνω, χωρίς καν να το ξέρω.

Έτσι, κάθισα σε ένα μνήμα κι έκλαψα. Όχι, για τους ανθρώπους που είχαν πεθάνει, όχι για την κοπέλα που με είχε πληγώσει, ούτε καν για εμένα. Έκλαιγα για το παιδί μέσα μου που είχα σκοτώσει. Μου έλειπε εκείνος ο Αλέξης, ο ανισόρροπος Αλέξης που τουλάχιστον ήθελε να είναι άνθρωπος.

Η μέρα σιγά-σιγά τελείωνε κι εγώ με την ώρα ξέχασα γιατί ήμουν εκεί. Σηκώθηκα όρθιος και περπάτησα προς την σιδερένια καγκελόπορτα με τον σχηματισμένο σταυρό. Τότε δεν ήξερα ότι τα έχω όλα. Τότε δεν καταλάβαινα ότι ζούσα ήδη τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου, ότι δεν χρειαζόταν να αποδείξω τίποτε σε κανέναν. Τότε, δεν καταλάβαινα ακόμη ότι τιμωρούσα τον εαυτό μου επειδή δεν υπήρχε “11” στην βαθμολογία της ζωής.

Λίγο πριν φτάσω στην έξοδο, στάθηκα δίπλα από ένα μνήμα που διέφερε από τα άλλα. Στην φωτογραφία ήταν μια γυναίκα τόσο νέα που αισθάνθηκα το πόσο άδικη μπορεί να γίνει η ζωή.

Πόσο στεναχωρήθηκαν οι άνθρωποι που την αγαπούσαν; Πόσα μπορεί να μην πρόλαβε να ζήσει; Πόσες από τις τρελές απαιτήσεις που είχε από τον εαυτό της ήταν πια άχρηστες; Πόσο κρίμα είναι όταν ένας άνθρωπος τιμωρεί τον εαυτό του μέσα σε μια τόσο υπέροχη, μικρή ζωή;

Αυτό, κανονικά, θα ήταν ένα post για μια δύσκολη ανηφόρα. Τελικά, είναι για μια άλλη ανηφόρα, μια όπου μπορείς να σταματήσεις, να απολαύσεις τη θέα και καμιά φορά να κάνεις τρελό skateboard προς τα κάτω, για το γαμώτο.

Κοίταξα το μνήμα της κοπέλας για τελευταία φορά πριν φύγω. Δίπλα στη φωτογραφία της έγραφε δύο λόγια που από τότε μου έχουν μείνει χαραγμένα στο μυαλό:

“Άλλωστε δύο είναι οι μαέστροι: ο έρωτας και ο θάνατος..”

5 comments

  1. SerDr says:

    ωραίο το άρθρο σου :)!! αυτό που γράφεις για τις προσδοκίες, συμφωνώ. Έχουμε τρελές απαιτήσεις από τον εαυτό μας, κι αυτό σ’ ένα βαθμό οφείλεται και δημιουργεί ταυτόχρονα, το ότι δεν ζούμε στο παρόν, απλά προσπαθούμε συνεχώς να γίνουμε καλύτεροι (μέλλον), χωρίς να απολαμβάνουμε το ποιοί είμαστε ΤΩΡΑ. Και πιστεύω ότι αυτό είναι ένα από τα μαθήματα της ζωής. Γενικά, όπως συχνά λέγεται, το να απελευθερωθείς από τον φόβο του “τί θα πουν οι άλλοι”, είναι η πραγματική ελευθερία. και κατά τη γνώμη μου, το “τί θα πουν οι άλλοι”, μας οδηγεί σ’ αυτή την μη-ικανοποίηση.

  2. Anonymous says:

    H ανάρτησή σου με έβαλε σε σκέψεις. Απ’ τη μια δεν πρέπει να δίνουμε σημασία στα ανούσια (όπου ανούσια, βάλε ό,τι στεναχωρεί ή παιδεύει το μυαλό και το εγώ μας..) γιατί είναι πραγματικά ασήμαντα μπροστά στον θάνατο, απ’ την άλλη όμως, όλα είναι πραγματικά ασήμαντα μπροστά στον θάνατο (δηλαδή ακόμα και τα “ουσιώδη”). Ακούγεται λίγο κυνικό αλλά έτσι είναι. Επομένως, αν είχαμε αυτή τη συλλογιστική δεν θα έπρεπε να κάνουμε απολύτως τίποτα στη ζωή μας, ούτε να πικραινόμαστε, ούτε να ζοριζόμαστε, ούτε να έχουμε απαιτήσεις, φθόνο, έχθρες, αλλά και ούτε να λιώνουμε στο γέλιο, να πραγματοποιούμε τις επιθυμίες μας, να κάνουμε όνειρα, κλπ.. αφού όλα είναι πολύ πρόσκαιρα. Δηλαδή ζούμε και στη ζωή είναι και η τελειομανία και η κριτική και το να μας νοιάζει η γνώμη των άλλων.. πως αλλιώς άλλωστε θα περνούσε η καθημερινότητα χωρίς αυτά;!

    PS. Αλήθεια έκλαιγες ή το έγραψες για να προσθέσεις μια ποιητικότητα;

    D.

  3. Anonymous says:

    Πόσο υπέροχο, εμπνευσμένο και επικο-λυρικό αυτό το τελευταίο ”Άλλωστε δύο είναι οι μαέστροι:ο έρωτας και ο θάνατος”…σαν στίχος του Σαίξπηρ, μεστός νοήματος και συγκίνησης. Λάτρεψα!

  4. Κατ’ αρχήν, συγνώμη για την καθυστερημένη απάντηση 🙂

    @SerDr: 🙂

    @Ανώνυμος: Τελικά, ίσως να είναι καλύτερο να είσαι όσο πιο ανθρώπινος γίνεται, ακόμη και μαζί με όλες τις ατέλειες του ανθρώπου. 🙂

    Και όλη η ιστορία είναι αληθινή..

    @Ανώνυμος: Και δεν βρίσκω κάποια πηγή του, άρα μπορεί να το έχει πει η ίδια η να το έγραψε κάποιος συγγενής της.. Δεν ξέρω! 🙂 Μαγευτικά μελαγχολικό πάντως..

Σχολιάστε!