Επτά συμπεράσματα μετά από έναν χρόνο (με τα μούτρα) στα social media.

5926266289_94a96cafd5_b

Πριν από τέσσερα περίπου χρόνια αποφάσισα να σβήσω το Facebook όπως και σχεδόν κάθε εφαρμογή από το smartphone μου, πέραν από αυτές που με βοηθούσαν στην καθημερινότητά μου.

Και για έναν τύπο που ζει και αναπνέει τεχνολογία, ήταν περίεργο – αλλά τα κατάφερα. Και για πολύ καιρό είχα συνηθίσει σε μια καθημερινότητα χωρίς την άχρηστη πληροφορία των news feed, και τις συνεχείς ενοχλητικές ειδοποιήσεις.

Το κινητό μου ήταν παρόν για τις στιγμές που χρειαζόμουν έναν χάρτη ή να αναζητήσω κάτι στο Google, αλλά μέχρι εκεί. Δεν είχα ούτε Twitter, ούτε Instagram, ούτε τίποτα.

Όλα αυτά μέχρι το περσινό καλοκαίρι, τότε που (αν παρακολουθείτε το Φοιτηtips) είχα αρχίσει να καταπιάνομαι πολύ με το νόημα της ζωής.

Εκείνη ήταν μια μεταβατική φάση στη ζωή μου, που απαιτούσε συγκεκριμένες αλλαγές, τόσο πρακτικές, όσο και μέσα μου. Έτσι, μέσα σε όλα τα άλλα, αποφάσισα να αφεθώ ελεύθερος σε πολλούς “πειρασμούς” που αρνιόμουν ως τότε.

«Αφού όλος ο κόσμος μπαίνει στο Facebook και βάζει τη φάτσα του στο Instagram» αναρωτήθηκα «γιατί να μην το κάνω κι εγώ;». Ίσως, τελικά, όλη αυτή η “διαφοροποίηση” να με καταπίεζε. Μήπως τελικά έπρεπε να χαλαρώσω, ξεκινώντας από κάτι τόσο απλό όπως την παρουσία στα social δίκτυα;

Και κάπου εκεί ξεκίνησε το πρώτο μου μεγάλο πείραμα για πέρσι: η βουτιά μου (με τα μούτρα) στο κοινωνικό internet. Έφτιαξα ξανά Facebook, χρησιμοποίησα ξανά το Instagram και το Twitter. Έκανα μια βουτιά με σκοπό να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου, που κράτησε έναν περίπου χρόνο, και μου επέτρεψε να βγάλω μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα τα οποία θα μοιραστώ εδώ μαζί σας.

Συμπέρασμα πρώτο: Το Facebook είναι μια γλυκιά αμαρτία.

Για τα δύο χρόνια που δεν είχα Facebook δεν ένιωθα ότι μου έλειπε. Ήμουν μάλιστα πολύ χαρούμενος που δεν είχα μια ακόμη μαλακία για να ελέγχω, εκτός από λίγες πρακτικές φορές, όμως π.χ. στα γκρουπάκια της σχολής μου, όπου ανέβαζαν βαθμολογίες και σημειώσεις για τα μαθήματα, κι εγώ αναγκαστικά έμενα στην απέξω.

Στο Facebook είσαι είτε logged-in, είτε logged-out. Και από τη στιγμή που οι περισσότεροι το χρησιμοποιούν, αν εσύ το παίζεις λουδίτης, αργά ή γρήγορα θα αισθανθείς “στην απέξω”.

Πέραν του ότι είναι ένα ζωντανό κανάλι επικοινωνίας, είναι κι ένα που βγάζει μια διαφορετική πτυχή του εαυτού μας στην επιφάνεια. Μερικούς ανθρώπους μπορείς να τους γνωρίσεις πια πραγματικά μόνο πίσω από την ασφάλεια του Facebook.

Αλλά και από την πλευρά του παρατηρούμενου να βρίσκεσαι, το Facebook παραμένει μια γλυκιά ενασχόληση. Λένε πως ο καλύτερος τρόπος για να εκτιμήσει κάποιος την κουβέντα μαζί σου είναι να μιλάς για τον ίδιο του τον εαυτό.

Έ, το Facebook είναι μια ολοήμερη εργασία για τα μούτρα σου. Εσύ στο επίκεντρο. Το κέντρο του κόσμου. Εσύ, η εικόνα προφίλ και το κρυπτικό status update που ξέρεις τι μεθοδευμένα υπονοούμενα θέλεις να περάσει σε όσους σε ακολουθούν, το διαβάζουν και δεν κάνουν ποτέ like.

Βγαίνεις πια βόλτα και το κύριό σου μέλημα είναι να βγεις φωτογραφία, να την ανεβάσεις και να κάνεις check-in, γιατί αν δεν το καταγράψεις στο news feed των άλλων, είναι σαν να μη συνέβη. Και στην τελική, γιατί να μην δουν 500 άτομα το πόσο καλά περνάς, όταν μπορείς;

Ακριβώς τα πράγματα που όλοι ξέρουμε, χαιρόμαστε να κράζουμε, αλλά και συνεχίζουμε να προσκυνούμε. Ακριβώς όπως ένας καπνιστής μισεί και αγαπάει το τσιγάρο του και ακριβώς όπως ένα πρεζόνι βαράει την πρέζα του ενώ ξέρει πως τον σκοτώνει.

Μέσα σε αυτόν τον χρόνο, έπεσα κι εγώ στην παγίδα. Όσο κι αν το υποτιμάς, το Facebook (αλλά και το παρεμφερές Instagram) είναι ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι με μηδενικό έπαθλο, που αργά η γρήγορα θα σε τραβήξει μέσα του.

Συμπέρασμα δεύτερο: Είναι καλύτερο να κοιτάζω το ταβάνι παρά να ασχολούμαι με το Instagram

Μιλάμε δυσανάλογα πολύ για το Facebook, όταν είναι μονάχα ένα κομμάτι του παζλ. Υπάρχει και το Instagram.

Αν το Facebook είναι ένα παιχνίδι υπονοούμενων και χειρισμού της εικόνας σου, το Instagram είναι ένας ξεδιάντροπος αγώνας ποζεριάς.

Ένα feed μόνο από εικόνες, το απόλυτο fast-food της ικανοποίησης και τα δεκάδες #hashtags στις φωτογραφίες τα οποία είναι ουσιαστικά παρακαλητό για like. Κοπέλες που έβγαιναν σέξυ φωτογραφίες για να πάρουν like. Τριανταπεντάρηδες άντρες που έβγαζαν φωτογραφία ότι μαλακία έβλεπαν μπροστά τους προσπαθώντας να την κάνουν να φανεί “καλλιτεχνική”, γεμίζοντάς τη με χάσταγκς για λάικ. Ο τύπος που έβαζε κάθε, μα κάθε μέρα φωτογραφία τη φάτσα του, την ίδια φάτσα που είχε δει και χτες και προχθές και παραπροχθές…

Και μετά, τα ξένα accounts, με τους δεκάδες χιλιάδες followers και τα αμέτρητα like, από ανθρώπους και τύπισσες που ζούσαν ζωές εξωπραγματικές, μέσα στα σκάφη και τα πάρτι και τις σαμπάνιες Moet, που σε κάνουν να θες κι εσύ να προσπαθήσεις, να κάνεις κι εσύ πανάκριβα και εντυπωσιακά πράγματα για να… βγάλεις κι εσύ την τέλεια φωτογραφία για το Instagram.

Η το άλλο, που πήγαινε ο άλλος ταξίδι στο εξωτερικό και με τόσο uploading στο Instagram:

1. Ήταν σαν να είχα πάει κι εγώ μαζί του.
2. Μπορεί τελικά η δική μου εμπειρία να ήταν καλύτερη από τη δική του, αφού εκείνος δεν παίζει να καταλάβει ότι ταξίδεψε με τόσο χρόνο που έτρωγε για να ποστάρει τις βαρετές του φωτογραφίες.

Και αυτό, με κάποιον εξηγήσιμο τρόπο, είναι εθιστικό, ειδικά γι’ αυτόν που ανοίγει το Instagram και σκρολάρει σε ένα feed που σε μερικές ώρες θα είναι πάλι φρέσκο, με καινούριο υλικό από τις βαρετές και εντυπωσιακές ζωές των άλλων.

Έτσι, μια μέρα είπα: «Θα ανοίξω το Instagram και θα σκρολλάρω για πέντε λεπτά. Αν δεν καταφέρω να βρω ούτε μια ενδιαφέρουσα φωτογραφία, που να προσφέρει κάτι χρήσιμο για τον χρόνο που θα αφιερώσω, τότε θα το σβήσω».

Πράγματι, δεν βρήκα ούτε μια.

Αν όσο χρόνο είχα αφιερώσει στο Instagram καθόμουν και απλώς κοιτούσα το ταβάνι, τότε θα είχα ίσως επιτρέψει στις αληθινές σκέψεις του υποσυνείδητου μου να βγουν στην επιφάνεια, γνωρίζοντας έτσι καλύτερα τον εαυτό μου. Θα μπορούσα ίσως να σκεφτώ καλύτερα τις αποφάσεις της μέρας μου, κάνοντάς την καλύτερη. Θα μπορούσα να θυμηθώ τους παππούδες μου και να τους πάρω ένα τηλέφωνο.

Αλλά εγώ αφιέρωνα χρόνο να βρω την καλύτερη γωνία για να φωτογραφίσω το φαγητό μου. Καλύτερα να κοιτούσα το ταβάνι.

Γιατί, στο τέλος-τέλος, αν ψοφάω στην εντατική, οι άνθρωποι που με αγαπάνε πραγματικά θα μου δίνουν τα όργανά τους για να ζήσω. Οι χιλιάδες followers που με κάνουν like, όμως, το μόνο που θα μου δώσουν πραγματικά είναι τα “μεταφορικά” παπάρια τους.

Συμπέρασμα τρίτο: Οι άνθρωποι δεν ξέρουν ότι φοβούνται τον θάνατο.

Στην αρχή του ποστ, αναφέρθηκα στη φάση που ασχολιόμουν με το νόημα της ζωής. Το πρώτο ποστ εκείνης της σειράς είχε τίτλο: “Μήπως ο θάνατος είναι το νόημα της ζωής;”

Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι που λένε πως δεν φοβούνται τον θάνατο:

  1. Αυτοί που δεν έχουν σκεφτεί/συνειδητοποιήσει πραγματικά τι είναι ο θάνατος, και συγκεκριμένα τι επίδραση θα έχει στους ίδιους και στην δική τους αντίληψη της πραγματικότητας.
  2. Αυτοί που λένε ψέματα.

Τώρα, δεν ξέρω ποια μερίδα από τις δύο είναι η ευλογημένη. Ξέρω, όμως, ότι ένα από τα καλύτερα εργαλεία των πρώτων για να αποφεύγουν την (σκληρή) συνειδητοποίηση, είναι τα πράγματα που δεν σε αφήνουν να μείνεις μόνος με τον εαυτό σου.

Ο λόγος που οι άνθρωποι φοβούνται να μείνουν μόνοι τους, είναι επειδή η μοναχικότητα εμπεριέχει ησυχία, και στην ησυχία είναι εύκολο να ακούσεις τις σκέψεις σου. Ε, και πως να το πω: Κάποιες από τις σκέψεις που πηγάζουν από την ψυχή μας δεν είναι και πολύ ευχάριστες.

Αντίστοιχα, τα social media λειτουργούν σαν φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής με headliner τον Skrillex μπροστά στην ησυχία που ζητάει η ενδοσκόπηση. Τα social media, τα κουτσομπολιά, οι παρέες, τα πτυχία, η εργασία και η καριέρα, τα προβλήματα με το σπίτι, οι έγνοιες για την πολιτική και την οικονομία: Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα φίλτρα της κοινωνίας για να κρατάμε τη σκέψη του θανάτου μακριά.

Δεν θα εμβαθύνω περισσότερο , αλλά αυτό είναι ένα από τα συμπεράσματα που έβγαλα.

Συμπέρασμα τέταρτο: Με το Facebook γαμάς.

Το Facebook είναι όπως τα SMS και τις αναπάντητες του γυμνασίου (για εμάς, τη γενιά των 90s). Είναι ένας εύκολος τρόπος για να δείξεις το ερωτικό σου ενδιαφέρον.

Ένα από τα συμπεράσματα του μεγάλου μου πειράματος είναι πως πολλές από τις ερωτικές εμπειρίες σήμερα, ξεκινούν, ή βοηθιούνται σημαντικά, από την ύπαρξη του Facebook ως καναλιού επικοινωνίας.

Συμπέρασμα πέμπτο: Τα social media είναι μια καταβόθρα πολύτιμου χρόνου

Σαν την απλοποιημένη περιγραφή του Einstein για την σχετικότητα του χρόνου: «Μια στιγμή περασμένη στο Facebook, είναι ένα τετράωρο στον πραγματικό κόσμο».

Ανάθεμα αν έχω φάει πιο σπαταλημένο χρόνο στη ζωή μου από τις ώρες που κοιτούσα το επαναλαμβανόμενο τίποτα στο news feed. Ανάθεμα αν έχω μάθει περισσότερες άχρηστες πληροφορίες για ανθρώπους που δεν με ενδιαφέρουν κάνοντας κλικ σε προφίλ “που μπορεί να ξέρω”.

Ανάθεμα αν έχω φάει πολύτιμο χρόνο για να ποστάρω τις δικές μου μαλακίες, όταν θα μπορούσα κάλλιστα να απολαμβάνω τη στιγμή.

Το κλισέ που λέει “αν αντί να καιγόμουν στο ίντερνετ άνοιγα ένα βιβλίο” είναι ένα σωστό και πραγματοποιήσιμο κλισέ. Από ένα βιβλίο πάντα μαθαίνεις κάτι. Και όταν σταματάς το διάβασμα, ακόμη και μετά από αρκετές ώρες, δεν αισθάνεσαι πως το μυαλό σου έχει γίνει μερέντα.

Συμπέρασμα έκτο: Ότι καλό μου έχει συμβεί από το ίντερνετ όταν επειδή έφτιαχνα κάτι

Μεγάλωσα ακριβώς την εποχή που το internet ξεκινούσε να μπαίνει στα Ελληνικά σπίτια. Τότε, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά: (Πολύ) πιο αργά και χωρίς YouTube. Είχαμε το IRC για chat και τα forum για το social networking της εποχής. Και σε όλα αυτά κυκλοφορούσαμε με ψευδώνυμα και “εικόνες προφίλ” που τις λέγαμε avatar και ήταν παρμένες από ταινίες η ανιμέ.

Εκείνον τον καιρό, για να περάσουμε τον χρόνο μας, έπρεπε να φτιάξουμε: Από τον ίδιο μας τον υπολογιστή, μέχρι περιεχόμενο για το ίντερνετ και site.

Σήμερα, η online εμπειρία έχει να κάνει σχεδόν αποκλειστικά με κατανάλωση περιεχομένου.

Οτιδήποτε καλό μου έχει συμβεί από το internet, είτε έχει να κάνει με εμπειρίες, είτε με γνωριμίες, έχει προέλθει από τις φορές που ανήκα στο 1%, όταν δηλαδή πρώτα δημιουργούσα και μετά το μοιραζόμουν.

Το πρόβλημα με τα social media, όπως είναι σήμερα, είναι πως σου προσφέρουν τόση μασημένη τροφή για κατανάλωση, που για να κάτσεις να φτιάξεις κάτι πρέπει είτε να είσαι φωτισμένος από μια ανώτερη δύναμη παραγωγικότητας, είτε μεγάλο ψώνιο. Φυσικά, αυτό το “ψώνιο” είναι ένα διαφορετικό από τη συνήθη έννοια.

Και επίσης το να βγάλεις μια φωτογραφία με το κινητό σου και να τη βάλεις στο Instagram, όσο κι αν με δέκα φίλτρα σου θυμίζει “δημιουργία”, δεν είναι.

Γι’ αυτό πηγαίνουν καλά τα δημοφιλή social media: Σου προσφέρουν μια απλοποϊημένη, low-friction εκδοχή της δημιουργίας. Αλλά στην πραγματικότητα, έχουν τόση σχέση με τη δημιουργία, όση έχει το Guitar Hero με την πραγματική κιθάρα.

Το συμπέρασμα μου είναι πως η φρενίτιδα που προκαλούν τα social δίκτυα, που απαιτούν στιγμιαία ενημέρωση και άμεση ικανοποίηση, μας κάνουν να ξεχνάμε πως τα καλά πράγματα θέλουν χρόνο.

Κάνε share φίλε μου. Απλά, πρώτα φτιάξε κάτι που θα προσφέρει περισσότερη κίνηση στα ηλεκτρόνια των εγκεφάλων μας απ’ ότι η θερμοκρασία στα μέσα του κατάμαυρου σύμπαντος.

Τότε, τα social δίκτυα σε φέρνουν σε επαφή με ομοίους σε γούστο και ασχολίες, και γίνονται χρήσιμα.

Συμπέρασμα έβδομο: Τα καλύτερα tweet δεν έγιναν ποτέ.

Κοιτώντας καμιά φορά τα παλιά μου tweets, παρατηρώ περιόδους όπου ποστάρω δέκα φορές τη μέρα και άλλες που χάνομαι από το δίκτυο για κανένα δεκαήμερο.

Ψάχνοντας τι έκανα εκείνες τις “ανενεργές” περιόδους, κατάλαβα πως πάντα ήμουν είτε σε κάποιο τέλειο ταξίδι, είτε σε μια φάση που είχα πολλά πράγματα να κάνω μέσα στη μέρα μου. Τόσα, που δεν προλάβαινα (και δεν με ενδιέφερε) να ασχοληθώ με το Twitter.

Ανάθεμα τι μαγευτικά tweet θα μπορούσα να κάνω κάνω σε εκείνες τις τέλειες στιγμές της ζωής μου. Θα μπορούσα, πράγματι. Αλλά δεν με ενδιέφερε.

Γι’ αυτό και το συμπέρασμα είναι απλό: Τα καλύτερα tweet δεν έγιναν ποτέ.

Γενικό Συμπέρασμα: Τα social media μας στερούν κάτι υπερβολικά πολύτιμο. Τη βαρεμάρα.

Ισορροπία. Αυτή είναι η σημαντική λέξη.

Το ότι κάθομαι και γράφω σε αυτό το blog, και το Facebook θα το φέρει μπροστά στα μάτια σας, είναι κάτι το υπέροχο. Είναι η μαγεία του ίντερνετ και της σημερινής τεχνολογίας.

Μα, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην τεχνολογία. Ακόμη και με ένα βιβλίο να ήσουν στο χέρι όλη μέρα, δεν θα ήταν ιδανικό. Θα σου έκαιγε το μυαλό έτσι όπως το καίνε τα social networks. Κάθε μονοδιάστατο ξόδεμα της ζωής μας, μάς καίει σαν ένα τόστ που ψήνεται μονάχα από τη μια πλευρά. Μπλιαχ.

Κάποτε είχα γράψει σε ένα άρθρο τρόπους για να ξεπεράσεις τη βαρεμάρα. Αλλά, αφού το σκέφτηκα περισσότερο, κάθισα και έκανα δυνατό αντίλογο.

Η βαρεμάρα δεν είναι αρρώστια. Η βαρεμάρα είναι σύμπτωμα – και μάλιστα υπερβολικά χρήσιμο.

Κάθε θετική αλλαγή, κάθε τάση για δημιουργία, είναι με κάποιον τρόπο προϊόν μιας βαρεμάρας που μας τσίγκλισε. Οι καλύτερες παιδικές μας αναμνήσεις φτιάχτηκαν ως αποτέλεσμα ενός απογεύματος που βαρεθήκαμε μέσα στο σπίτι και οργανώσαμε με τα συνομήλικα του δημοτικού ομάδες έρευνας σε στοιχειωμένα σπίτια.

Η fast-food ικανοποίηση ενός smartphone, όμως, που όποτε “βαριέσαι” scroll-άρεις στο Facebook Feed για πεντηκοστή φορά, ή που ανοίγεις ένα παιχνίδι για να αγγίζεις χρωματιστά μπαλάκια σαν να είσαι μαϊμού σε Skinner-οειδές πείραμα, αυτά πνίγουν την βαρεμάρα ως placebo-ενδιαφέροντος, χωρίς όμως να δίνουν μαζί και πραγματικές στιγμές, εμπειρίες και αναμνήσεις.

Μετά από έναν χρόνο βουτηγμένος στα social media, έσβησα ξανά το Instagram, καθάρισα το κινητό μου από οτιδήποτε πέραν από τα βασικά και σταμάτησα να ανεβάζω τις (σημαντικές για μένα – αδιάφορες για τους άλλους) στιγμές μου τακτικά στο Facebook.

Αλλά δεν πάω και στο άλλο άκρο: Στο Facebook μένω ενήμερος για τα της σχολής μου και στο Twitter χώνομαι μια στο τόσο σε καμιά κουβέντα, στο χαλαρό.

Έτσι, καταφέρνω να κρατάω μια ισορροπία. Μια ισορροπία που μου επιτρέπει, μερικές φορές, να βαριέμαι πολύ – έτσι όπως πρέπει.

2 comments

Σχολιάστε!