Αυτό το post είναι μέρος του project: "Ποιο είναι το νόημα της ζωής;" Περισσότερες πληροφορίες γι' αυτό θα βρείτε στο εισαγωγικό post.

Στο πρώτο κομμάτι, θα ασχοληθούμε με την πιο βασική έννοια, με αυτό ακριβώς το όριο που καθορίζει το τι είναι ζωή: τον θάνατο.

Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι η ζωή μου δεν είναι αληθινή. Όπως αυτή τη φορά που προέβλεψα το μέλλον.

Φυσικά, τέτοια μαγικά πρέπει να μπορείς να τα αποδείξεις ακόμη και στον εαυτό σου. Αλλιώς, μπορεί να είναι απλά μια ψευδαίσθηση, μια ανύπαρκτη "εκ των υστέρων" ιδέα πως ήξερες ότι θα συμβεί - σαν να σου φαίνονται προβλέψιμα τα νούμερα του Τζόκερ αμέσως μετά την κλήρωση.

Ένα απόγευμα στα Γιάννενα, όμως, λίγες μέρες νωρίτερα, ήθελα να φτιάξω μια τέτοια απόδειξη, μήπως και το προαίσθημά μου έβγαινε αληθινό.

Εκείνη την μέρα, περπατώντας μπροστά στο ρολόι, πήρα τηλέφωνο την γιαγιά μου με σκοπό να θυμάμαι ότι ανησυχούσα για αυτήν. Δεν μπορώ να το προσδιορίσω, αλλά είχα ένα προαίσθημα ότι κάτι περίεργο πλησιάζει.

Το τηλεφώνημά αυτό ήταν μια πράξη που καταγράφηκε στα χρονικά του κόσμου, στο αρχείο των κλήσεων μου και στο τεφτέρι της ΕΥΠ. Και αυτό μπορώ να το αποδείξω.

Η Ευδοκία είναι η γιαγιά μου - και το σταθερό από κάτω η άλλη μου γιαγιά. Τις είχα πάρει τηλέφωνο καπάκι εκείνο το απόγευμα, στις 17 Ιουνίου...

Σήμερα, μια εβδομάδα αργότερα, η γιαγιά μου είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι του νοσοκομείου με εγκεφαλικό.

Η ζωή είναι μια έννοια τόσο λεπτή που μπορεί εύκολα να σου ξεφύγει από τα δάχτυλα. Δεν μπορείς να την καθορίσεις, αφού η καρδιά αυτού του σώματος στο κρεβάτι χτυπάει, αλλά για κάποιον λόγο η προσωπικότητα "γιαγιά" δεν είναι εδώ.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπαιζα στο μυαλό μου με τη ιδέα πως "δεν ζω πραγματικά". Ίσως όλο αυτό που νιώθω να είναι απλά μια ψευδαίσθηση, ένα όνειρο που για κάποιον λόγο φαίνεται πραγματικό.

Αν στ' αλήθεια δεν ζω, τότε η γιαγιά μου δεν μπορεί να πεθάνει. Από τη άλλη, αν όλα είναι αλήθεια, τότε υπάρχω, αλλά η γιαγιά μου θα πεθάνει πραγματικά. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Και βλέποντας την μαμά μου να δακρύζει στο μπαλκόνι του δωματίου, έρχεται ο πόνος.

Σιχαίνομαι τον ψυχρό, άοσμο αέρα του air condition. Βγαίνω κι εγώ στον καθαρό απογευματινό αέρα του μπαλκονιού κι αισθάνομαι σαν να αλλάζω κοσμική διάσταση. Μέσα ο νεκρός, μηχανικός αέρας κι έξω η ζωή, η δροσιά του σούρουπου και μια υπεροχή πανοραμική θέα στους πράσινους λόφους της Βέροιας.

Όχι, οι καταστάσεις δεν είναι γκρεμός. Είναι απλά οι δυο όψεις ενός χρυσού νομίσματος. Και στις δυο περιπτώσεις κάποιος έζησε, κάποιος υπάρχει. Ακόμη και όνειρο να ζω, αυτό δεν με κάνει λιγότερο τυχερό που μπορώ και νιώθω.

Το εγκεφαλικό είναι μια περίεργη υπόθεση. Μπορεί να θεραπευτείς πλήρως, σαν να μην συμβαίνει τίποτε, μπορεί να μείνεις κατεστραμμένος, γεμάτος κουσούρια, η απλά να πεθάνεις. Αυτή τη στιγμή, το ξαπλωμένο σώμα της γιαγιάς μου στο κρεβάτι μου μοιάζει περισσότερο με ένα μηχάνημα στο οποίο κάτι σταμάτησε να δουλεύει.

Αλλά αυτή ακριβώς η λεπτότητα της ζωής είναι που με κάνει να αναρωτιέμαι: «Πότε ακριβώς πεθαίνει κανείς;»

Γιατί ένα σώμα που δεν έχει καμία επικοινωνία με το περιβάλλον, ζει; Και αν η καρδιά χτυπάει, αλλά το μυαλό δεν δουλεύει, εγώ πρέπει να κλάψω ή να χαρώ; Που ακριβώς ξεκινάει η ζωή και που τελειώνει; Πότε αρχίζει να ζει ένα έμβρυο και πότε τελειώνει μια ηλικιωμένη συνείδηση; Κι αν δεν υπάρχεις πια, μπορείς να στεναχωρηθείς γι' αυτό που σου συνέβη;

Γιατί είμαι τόσο ψυχρός; Γιατί την κοιτάζω σαν ένα ενδιαφέρον έκθεμα της ανθρώπινης κατάστασης;

Η ψυχρότητά μου μού θυμίζει κάτι περίεργο: Εμένα, έναν χρόνο μετά τον χωρισμό, τότε που είχε πια πεθάνει μέσα μου κάθε ελπίδα.

Και στην τελική, πόσο διαφέρει ένας χωρισμός με έναν θάνατο; Και στις δύο περιπτώσεις, όλα όσα πίστευες, εξαφανίζονται.

Ποτέ, όμως, δεν μου άρεσα έτσι, ψυχρός. Τα δάκρυα έχουν λόγο που είναι ζεστά.

Γύρισα πίσω στο δωμάτιο και κάθισα να την παρατηρήσω. Έψαξα μια θέση που να κρύβει από τα μάτια μου τα σωληνάκια που της έδιναν αέρα, έτσι, για να φανταστώ πως απλά κοιμάται.

Αυτός ο οργανισμός, αυτός ο άνθρωπος που ξαπλώνει στο κρεβάτι αναίσθητος, είναι η γιαγιά μου, τα χέρια που με έλουζαν με αγάπη στο μπάνιο όταν ήμουν παιδάκι, τα (μικρά) μάτια που χαμογελούσαν με περηφάνια όποτε με έβλεπε, ανεξάρτητα του αν ήμουν χοντρός, άσχημος η βλαμμένος. Αυτή η γυναίκα με τάιζε, με φρόντιζε και με αγαπούσε πιο πολύ από τα ίδια της τα παιδιά.

Στα μάτια της ήμουν η ζωή της - και το καταλάβαινα.

Βγήκα στο μπαλκόνι ξανά, μόνος, και για κάποιον λόγο χαμογέλασα. Τότε ήταν που δάκρυσα για πρώτη φορά. Και ήταν πολύ περίεργο, σαν το χαμόγελο με το δάκρυ να ήταν οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

Και οι στιγμές που η γιαγιά μου με τάιζε αυγό στην αυλή του σπιτιού της ήρθαν στο παρόν. Ή τα πρωινά που κλοτσούσα το κεφάλι του κρεβατιού μέχρι να καταλάβει ότι ξύπνησα, για να έρθει να μου πει «καλημέρα». Πόσο κωλόπαιδο ήμουν.

Αλλά, πιο πολύ απ’ όλα, θυμόμουν - όχι, ζούσα - τη στιγμή που με έκανε μπάνιο, και στο τέλος, αφού μου σαπούνιζε το κεφάλι, μου έριχνε χλιαρό νερό από έναν κουβά. Και αν έβλεπα αυτόν τον κουβά σήμερα πιστεύω ότι δεν θα έφτανε για να χωρέσω τα χέρια μου, αλλά τότε, ήταν σαν να έτρεχε πάνω μου ένας ζεστός Νιαγάρας - και ήταν τόσο όμορφα.

«Η γιαγιά μου». Τώρα ήταν μπροστά μου με εγκεφαλικό. Μια φάση της ζωής μου κοντεύει να τελειώσει. Κάτι δεδομένο, όπως η ύπαρξη αυτού του ανθρώπου που σε αγαπάει, είναι εύκολο να χαθεί, εκεί που δεν το περιμένεις - εκτός κι αν είσαι μάντης.

Όχι, δεν πονούσα πολύ, γιατί ήμουν έτοιμος για κάτι τέτοιο.

Δεν είχα μαντικές ικανότητες. Απλά ήξερα πως οι παππούδες μου μεγαλώνουν και, αργά η γρήγορα, θα συνέβαινε.

Και επειδή το ήξερα, προσπαθούσα να της δείχνω την αγάπη μου όποτε την έβλεπα. Προσπαθούσα να μιλάω μαζί της, για να μάθω όλα όσα ήταν σαν άτομο, πέραν από γιαγιά μου. Και δεν φοβόμουν να της πω «Κι εγώ σ’ αγαπώ», γιατί ήξερα πως θα ερχόταν η μέρα που δεν θα μπορούσα να το κάνω, όσο κι αν το ήθελα.

Και ότι κι αν συνέβαινε από εδώ και πέρα, ξέρω πως, τουλάχιστον, έζησε μια ζωή ανάμεσα στην οικογένειά της, γεμάτη αγάπη. Και η ζωή, όσο και να κρατούσε, κάποτε θα τελείωνε.

Βγαίνοντας από την πόρτα του νοσοκομείου όλα τα άσχημα πράγματα χάθηκαν σαν από μαγεία. Ο ουρανός της Βέροιας είχε πάρει ένα υπέροχο χρώμα, γαλάζιο με λίγο ροζ, κι ο αέρας είχε την γλυκιά ζεστασιά του καλοκαιριού.

Μπορούσα πραγματικά να μυρίσω τη ζωή στον αέρα - και το μυαλό μου μάντευε ξανά, όλα τα υπέροχα πράγματα που επιφύλασσε το μέλλον για τη δική μου ζωή.

Γυρνώντας σπίτι με το αυτοκίνητο, ο ουρανός συνέχιζε να έχει το ίδιο υπέροχο χρώμα. Γαλάζιο με ροζ. Είχε ήδη κρατήσει πολύ, πολύ περισσότερο απ’ ότι περίμενα. Ήταν υπέροχο, αλλά κάποια στιγμή θα τελείωνε. Σύντομα. Ίσως και να ήθελα πια να τελειώσει.