Μπορούμε, άραγε, να βρούμε αυτό που ψάχνουμε; Ίσως η ζωή να είναι ένα "σκάψιμο" - περπατάμε πάνω σε άπειρο χώμα και σκάβουμε όπου βρούμε. Ίσως, έτσι, κατά τύχη να πετύχουμε έναν θησαυρό. Ίσως και όχι.

Πρόσφατα είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον φίλο μου τον Βασίλη. Το θέμα είχε να κάνει με τις παρέες.

Βλέπετε, εγώ και ο Βασίλης θεωρούμε τους εαυτούς μας κάπως... διαφορετικά άτομα: Ο τρόπος που σκεφτόμαστε, που φερόμαστε, οι συνήθειές μας - όλα αυτά τυχαίνει να διαφέρουν από τα χαρακτηριστικά του μέσου εικοσάρη.

Και αυτό πάντα δημιουργούσε ένα (φαινομενικό) πρόβλημα: Δεν μπορούσαμε να βρούμε καινούριες παρέες που να μας ικανοποιούν, δεν μπορούσαμε να γνωρίσουμε κοπέλες που να ερωτευτούμε εύκολα - ακόμη κι αν ήμασταν πραγματικά ανοιχτοί και κοινωνικοί. Δεν μπορούσαμε, πάνω απ' όλα, να αισθανθούμε ικανοποιημένοι με τον (συνεχώς βελτιωμένο) εαυτό μας.

Κι όμως, προσπαθούσαμε: Θα βγαίναμε με πολλά άτομα για καφέ, θα γνωρίζαμε πολλούς ανθρώπους στην καθημερινότητα (είμαστε τύποι που πιάνουμε κουβέντα με αγνώστους για την πλάκα μας), θα ερχόμασταν σε επαφή με πολλές κοπέλες.

Αλλά, τελικά, μέσα στο μεγάλο πλήθος θα καταλήγαμε να αισθανθούμε ακόμη μεγαλύτερη μοναξιά.

Δεν λέω: Υπήρξαν και οι σπάνιες στιγμές που με κάποιους ανθρώπους αισθανθήκαμε ένα μεγαλύτερο δέσιμο. Αλλά ήταν ακριβώς αυτό: σπάνιες.

Το θέμα αυτό μας έτρωγε καιρό τώρα. Γιατί μας ήταν τόσο δύσκολο να "ικανοποιηθούμε" με τους ανθρώπους που έχουμε απέναντί μας;

Το ότι αισθανόμασταν κάτι τέτοιο δείχνει τουλάχιστον ότι υπάρχει κάποιος λόγος, μια αγνώστου μεγέθους φωτιά πίσω από τον καπνό. Τι είχε πάρει όμως φωτιά; Ήθελα να μάθω αν αυτό το συναίσθημα ήταν αποτέλεσμα κάποιου υπαρκτού προβλήματος ή απλά μια παρανόηση, μια παρενέργεια κάποιας άλλης αιτίας.

Ήθελα να μάθω μήπως εξ' αρχής δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα.

Συχνά, δεν ξέρουμε τι ακριβώς ψάχνουμε. Πρέπει όμως να συνεχίσουμε να περπατάμε τον δρόμο της ζωής μας - και στην χειρότερη περίπτωση καταλήγουμε να κάνουμε υπέροχο τουρισμό.

Εγώ - «ο διαφορετικός».

Ο πρώτος αντίλογος που έθεσα στον εαυτό μου ήταν το εξής ερώτημα: «Μήπως Αλέξη δεν είσαι ο μόνος που αισθάνεται έτσι; Μήπως και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι αισθάνονται πως δεν ταιριάζουν με τους υπόλοιπους;»

Καλό ερώτημα εαυτέ. Πράγματι, είναι πολύ πιθανό να μην είμαι η εξαίρεση. Ίσως, τελικά, να διαφέρω μόνο στο ότι συνειδητοποιώ καθαρότερα την έλλειψη "δεσίματος" με τους περισσότερους ανθρώπους.

Γιατί, στην τελική, έχω μάθει πως ο άνθρωπος τείνει να συμβιβάζεται όπου βρίσκει δυσκολία. Μπορεί οι άνθρωποι γύρω μου να έχουν συμβιβαστεί με αυτή την μέτρια πραγματικότητα, ότι δηλαδή δεν θα βρουν απόλυτα ταιριαστούς συντρόφους/συμμάχους στη ζωή τους.

Και, αν το πάω ακόμη παραπέρα, μπορεί να είμαι και εμετικά τυχερός, αφού έχω τουλάχιστον έναν φίλο με τον οποίο αισθάνομαι απόλυτη εμπιστοσύνη, με τον οποίο μοιράζομαι τον ίδιο τρόπο σκέψης και το ίδιο χιούμορ (αρκετό για κλείσιμο σε ψυχιατρείο μερικές πολλές φορές).

Οπότε, ίσως και αυτό το αίσθημα "διαφορετικότητας" που έχω να είναι απλά το αίσθημα της μεγάλης αντίθεσης μιας απόλυτα ταιριαστής φιλίας με όλες τις μέτριες φιλίες που θα μπορούσα να βρω. Δεν βλέπω, δηλαδή, καλά στο σούρουπο γιατί κάποιος βαρούσε με φακό μέσα στα μάτια μου.

Είναι καλό να προσπαθούμε, αλλά είναι αδύνατον να σκάψουμε όλο τον κόσμο! Γι' αυτό, είμαστε "ανοιχτοί" στην διαδρομή - σκάβουμε όποτε έχουμε όρεξη, συνεχίζοντας να κάνουμε την βόλτα της ζωής μας. Αν έτσι, ξεκούραστα και χαλαρά, πετύχουμε κάποιον θησαυρό, θα μας έχει μείνει και η δύναμη να τον χαρούμε. Γι' αυτό, πρέπει κανείς να ξέρει πότε να σταματάει να ψάχνει, να ξεκουράζεται...

Εγώ - «η μαζόχα».

Δεύτερος αντίλογος: «Μήπως, Αλέξη, έχεις υπερβολικές απαιτήσεις από τον εαυτό σου;»

Το να έχει κανείς χαμηλές απαιτήσεις από την ζωή του μας έμαθαν από το δημοτικό ότι ήταν «κακό». Καθώς μεγάλωνα, όμως, επιβεβαιωνόταν συνεχώς το ακριβώς αντίθετο: "Οι χαμηλές απαιτήσεις σε προστατεύουν από το να είσαι δυστυχισμένος."

Στα τέλη του προηγούμενου μήνα πήγα μια βόλτα στην κωμόπολη από όπου κατάγομαι. Συνήθως δεν κάθομαι για πολύ. Έχω ψιλο-ξεκόψει από την "πατρίδα" μου: Λίγο επειδή σπουδάζω χρόνια στα Γιάννενα και λίγο από επιλογή.

Αυτή τη φορά όμως ήταν διαφορετικά: Ήθελα να βουτήξω μέσα στο παρελθόν μου και να αναπνεύσω την μυρωδιά της πιθανότητας να είχα μείνει κι εγώ εκεί, σε μια κωμόπολη δέκα χιλιάδων κατοίκων.

Ήθελα να φανταστώ πως θα ήταν αν δεν είχα φύγει σε μια μακρινή πόλη, αλλά τελικά ενηλικιωνόμουν στο πατρικό μου, χωρίς νέες εμπειρίες, χωρίς νέες παρέες, με την μαμά να μου πλένει τα ρούχα.

Γιατί όλο αυτό; Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη για να συνειδητοποιήσω την τύχη της πραγματικής κατάστασής μου, συγκρίνοντάς την με την εναλλακτική πιθανότητα.

Και εδώ φτάνουμε στο τι είδα εκεί πίσω: Παιδιά που ήξερα από το δημοτικό κι από το γυμνάσιο, λίγο μεγαλύτερα από εμένα, να έχουν παραμείνει εκεί, ίδιοι. Ίδια φάτσα, ίδιο μυαλό, ίδιες παρέες, περισσότερα κιλά. Κι, όμως, μέσα στην άγνοιά τους παρέμεναν ευτυχισμένοι.

Τα μαγκάκια του γυμνασίου συνέχιζαν να είναι παιδιά της πιάτσας, αν και σε μια νερωμένη έκδοση του παρελθόντος τους. Μπορεί σε εμένα να φαίνονταν στάσιμοι, βαρετοί, αλλά μεταξύ τους, για την κλίκα της παρέας τους, ήταν χαρούμενοι. Και στην τελική αυτό μετράει.

Και τελικά τι είναι ο θησαυρός που ψάχνουμε; Πολλές φορές, η προσμονή της απόκτησης είναι πιο ενδιαφέρουσα από το να έχεις αυτό που ψάχνεις. Τα πάντα μπορούν να γίνουν βαρετά και δεδομένα με τον χρόνο. Ίσως και να τα έχουμε ήδη όλα - και απλά πρέπει να βγούμε από την συνήθεια για να εκτιμήσουμε την αξία τους. Όλα απομυθοποιούνται, ακόμη και η ίδια η ζωή, αν δεν προσέχουμε τα όριά μας.

«Χαμηλές απαιτήσεις = ευτυχία» (?)

Οι πολεμιστές της αρχαιότητας μπορεί να φεύγαν για τα βάθη της Ασίας σε ταξίδια ετών για να κατακτήσουν νέα εδάφη. Αν όμως γυρνούσαν πίσω ζωντανοί και είχαν πετύχει την αποστολή τους, τότε ήταν καιρός για να αράξουν και να γιορτάσουν. Ήταν η ώρα για να γευτούν την χαρά της νίκης τους.

Η επίτευξη ενός στόχου έχει αξία όταν σταθείς και το χαρείς. Γιατί είναι εύκολο να γινόμαστε καλύτεροι και, πριν καλά-καλά το καταλάβουμε, να θεωρούμε ήδη τον εαυτό μας ξεπερασμένο και ξανά από την αρχή να βάζουμε νέο στόχο, μεγαλύτερο.

Για ποιόν λόγο; Με ποιόν έχουμε να συγκριθούμε;

Ο στόχος μπορεί να είναι οτιδήποτε: Ποιος είπε πως δεν έχει αξία το να μάθει ένα άγαρμπο παιδί να μιλάει σε γυναίκες χωρίς άγχος; Η, το να χάσει η χοντρή Ελένη τριάντα κιλά;

Πράγματα που για εμάς μπορεί να φαίνονται ασήμαντα, για έναν άλλον άνθρωπο μπορεί να αλλάζουν όλη την αντίληψη του για τη ζωή.

Και αυτό είναι το ωραίο με τους υψηλούς στόχους: Σε κάνουν να βελτιώνεσαι και να ξεπερνάς σκέψεις και επίπεδα που κάποτε σου φαίνονταν απροσπέλαστα.

Και αυτό είναι το κακό με τους μόνιμα, υπερβολικά υψηλούς στόχους: Σε κάνουν να απομυθοποιείς τις μικρές καθημερινές χαρές και την αξία του βάθρου όπου ήδη βρίσκεσαι. Σε κάνουν αχόρταγο για λάφυρα ζωής, έναν δυστυχισμένο πειρατή ανάμεσα σε κιβώτια γεμάτα χρυσάφι.

Οπότε, λέω: «Μήπως είναι η γαμημένη η χημεία του εγκεφάλου μου που σήμερα είπε να την δει λίγο πεσιμιστικά;»

Αυτή η μάζα λίπους και νευρώνων που κρύβει την ψυχή μας, μου έχει αποδείξει άπειρες φορές πως τα πράγματα «δεν φαίνονται όπως πραγματικά είναι» - αντιθέτως, φαίνονται όπως γουστάρει το σώμα μου να μου τα προβάλλει.

Και θυμάμαι την μέρα που είχα ρίξει εκείνη την ωραία γκόμενα, που περπατούσα στον δρόμο σαν άρχοντας του κόσμου, άνετος, ωραίος. Όλα μου πήγαιναν καλά.

Εγώ, ακριβώς το ίδιο άτομο (και ίσως καλύτερος) λίγο καιρό αργότερα, μετά από ερωτικά προβλήματα περπατούσα στον ίδιο δρόμο "πεσμένος", δυστυχισμένος, έχοντας ξεχάσει ότι καλό μου έχει συμβεί, όποια εξαιρετική τύχη είχα το πλεονέκτημα να ζήσω και όσες νίκες είχα καταφέρει στο πρόσφατο παρελθόν μου.

Τα πράγματα είναι όπως θέλουμε να τα δούμε. Αν θέλουμε να νομίζουμε πως δεν ταιριάζουμε με τους ανθρώπους τότε δεν θα ταιριάζουμε.

Αν αισθανόμαστε ανάξιοι της αγάπης, τότε πολύ δύσκολα θα τη βρούμε.

Αν βάζουμε υπερβολικά δύσκολους στόχους για τον εαυτό μας, τότε είμαστε μαζόχες: Καταφέρνουμε απλά να βασανίζουμε την ψυχή μας, να μας αποτρέπουμε από το να χαρούμε το σήμερα, από το να ζήσουμε τη στιγμή.

Οπότε...

«...Βασίλη, νομίζω πως δεν έχουμε κάποιο "πρόβλημα". Αντιθέτως, είμαστε πολύ τυχεροί - τόσο τυχεροί που έχουμε χάσει το μέτρο της σύγκρισης.

Το νόημα το ξέρουμε. Ξέρουμε το τι ψάχνουμε. Όποτε κάναμε αυτό που έβγαινε από μέσα μας, ήμασταν χαρούμενοι. Αν κάνουμε πράξη τα όνειρά μας (ξέρουμε καλά ποια είναι αυτά) θα είμαστε και στο μέλλον χαρούμενοι.

Δεν γίνεται να ταιριάζουμε με όλους τους ανθρώπους. Τουλάχιστον έχουμε βρει ο ένας τον άλλον, ο ένας το παίζει ψυχολόγος του άλλου και έτσι βγάζουμε άκρη στη ζωή μας. Και από πίσω έχουμε τόσα άτομα, τις οικογένειες μας, που στην τελική δεν έχουμε ανάγκη κι άλλους ανθρώπους.

Γιατί, θυμάσαι τις καλύτερες στιγμές της παρέας μας; Θυμάσαι και του καθενός από εμάς ξεχωριστά τις καλύτερες στιγμές;

Εκείνες οι στιγμές ήταν όλες απρόβλεπτες: Δεν μπορείς να κανονίσεις την μαγεία. Όταν είχαμε χαλαρώσει και ζούσαμε ευχάριστα τη ζωή μας, όλα τα άλλα έρχονταν μόνα τους. Ναι, προσπαθούσαμε, αλλά δεν προσπαθούσαμε περισσότερο απ' όσο έπρεπε. Απλά ήμασταν ανοιχτοί.

Απλά, εμείς (τέτοιοι είμαστε) θέλουμε περιπέτεια. Δεν μας αρέσει το σίγουρο, δεν μας αρέσει το εύκολο, δεν μας αρέσει η ασφάλεια.

Θέλουμε να αγαπήσουμε μια κοπέλα και μετά να την χωρίσουμε ενώ την αγαπάμε, έτσι, για να δοκιμάσουμε τα όρια της αγάπης μας. Και μετά θέλουμε να πάμε να την βρούμε στην άλλη άκρη της Ελλάδας μέσα στην νύχτα. Οπότε, μην έχεις αμφιβολία για το αν μπορούμε να ερωτευτούμε. Και δεν φταίμε εμείς για τον αν απογοητευτήκαμε - αλλά ούτε και "εκείνες".

Το συμπέρασμα είναι πως όταν είσαι 20 χρονών, κάποιες φορές δεν πρέπει να σκέφτεσαι πολύ. Ίσως δεν πρέπει να σκέφτεσαι και καθόλου. Η πολύ σκέψη απομυθοποιεί την ζωή. Και ποιο το νόημα μετά; Χιλιάδες φιλόσοφοι πέρασαν από αυτόν τον κόσμο και προσπάθησαν να βγάλουν άκρη. Δεν νομίζω να τα κατάφερε κανείς.

Και, στην τελική, όλοι κάνουν λάθη. Δεν μπορούμε να είμαστε τέλειοι. Μπορούμε, όμως, να αφήνουμε πίσω μας τα λάθη και να αλλάζουμε τα πράγματα την επόμενη μέρα. Μπορούμε, λίγο-λίγο, να γινόμαστε καλύτεροι, χωρίς υπερβολικές απαιτήσεις. Άσε, που ήδη είμαστε καλοί παλιο-ψωνάρα.

Ξέρεις, υπάρχουν τα παιδιά που έμειναν στο χωριό, στα σίγουρα, στα ίδια και είναι χαρούμενα. Κοίτα, κι εκείνοι έχουν τα δικά τους προβλήματα, αλλά τέτοιοι είναι, περνάνε καλά με αυτό που επιλέξανε.

Από την άλλη, υπάρχουν και άτομα σαν κι εμάς. Είμαστε σχεδόν ίδιοι με εκείνους. Σχεδόν.

Είμαστε όμως και λίγο διαφορετικοί. Πολύ διαφορετικοί...»

υγ. Βασίλη, τι ώρα θα πάμε για τρέξιμο; Πάρε τηλ. δεν έχω κάρτα.